Διαδικτυακά Μαθήματα Αισθητικής Κινηματογράφου (ΙΙΙ), Φως και Χρώμα: Η Ψυχή της ταινίας

Ο φωτισμός και το χρώμα είναι δύο από τα ζωτικότερα όργανα στο σώμα αυτής της ζωντανής τέχνης που αποκαλούμε κινηματογράφο. Και χωρίς τη σωστή χρήση αυτών των οργάνων είναι αδύνατο να εμψυχωθεί μία ταινία. Γι’ αυτά λοιπόν και τη χρήση τους θα μιλήσουμε σε αυτό το μάθημα.

Επιμέλεια: Μιμης Τσακωνιάτης

Ο Φωτισμός

Στο σινεμά ο οπερατέρ (που είναι επίσης γνωστός και ως διευθυντής φωτογραφίας) είναι υπεύθυνος για τη διευθέτηση και τον έλεγχο του φωτισμού του φιλμ και για την ποιότητα της φωτογραφίας. Συνήθως ο διευθυντής φωτογραφίας εκτελεί τις ειδικές ή γενικές οδηγίες του σκηνοθέτη. Συνέχεια ανάγνωσης «Διαδικτυακά Μαθήματα Αισθητικής Κινηματογράφου (ΙΙΙ), Φως και Χρώμα: Η Ψυχή της ταινίας»

Διαδικτυακά Μαθήματα Κινηματογράφου (ΙΙ:) Είδη Πλάνων και Γωνίες Λήψης

Ο κινηματογράφος είναι η κατεξοχήν τέχνη του βλέμματος. Γι’ αυτό και ο τρόπος που ένας σκηνοθέτης στήνει την κάμερα του, το είδος πλάνου που χρησιμοποιεί αλλά και η γωνία λήψης καθορίζουν όχι μόνο τη ματιά του πάνω στο θέμα του και το ύφος του, αλλά σε τελική ανάλυση την ηθική του στάση… Η γνώση λοιπόν των εκφραστικών του μέσων και συγκεκριμένα της κλίμακας των πλάνων και των γωνιών λήψεις θα μπορούσε να παρομοιαστεί με τη γνώση του συντακτικού και της γραμματικής μιας γλώσσας. Αν δεν τα κατέχεις σε βάθος είσαι καταδικασμένος να μην μπορείς να αρθρώσεις σωστά τον φιλμικό «συλλογισμό» σου, να μην μπορείς να «μιλήσεις» με τις δικές σου δυνάμεις και να περιμένεις ως καλλιτέχνης πότε θα σε καταλάβει ο οίστρος για να σου δώσει ξένα φώτα… Συνέχεια ανάγνωσης «Διαδικτυακά Μαθήματα Κινηματογράφου (ΙΙ:) Είδη Πλάνων και Γωνίες Λήψης»

Δρόσου Δρόλαπα Μίμηση Αγάπης: Συνέντευξη του συγγραφέα στον Μίμη Τσακωνιάτη

Πάντα θαύμαζα τους δημιουργούς που ανεπηρέαστοι από τις κυρίαρχες αισθητικές σειρήνες και τάσεις ακολουθούν το δικό τους προσωπικό δρόμο σε αναζήτηση μίας βαθύτερης αλήθειας. Αυτούς που διασχίζουν την πνευματική έρημο της κάθε εποχής και ανακαλύπτουν μυστικές οάσεις με πηγές στις οποίες μετά και κάποιοι άλλοι με τη σειρά τους θα ξαποστάσουν λίγο και θα δροσιστούν προκειμένου να συνεχίσουν το ατέρμονο ταξίδι… Κάπως έτσι αισθάνθηκα διαβάζοντας και το βιβλίο του Δρόσου Δρόλαπα “Μίμηση Αγάπης” που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Νεφέλη. Όσοι λοιπόν αγαπούν την Οδύσσεια του νου και της ψυχής ας πάρουν το ρίσκο σπεύδοντας στο βιβλιοπωλείο. Ενώ όσοι νομίζουν ότι έχουν φτάσει στον προορισμό τους καλύτερα να το ξεχάσουν…

-Στο χώρο της τέχνης επικρατεί η αίσθηση ότι το να είσαι καλλιτέχνης είναι κάτι πολύ σημαντικό. Εσύ νιώθεις συγγραφέας;

Αν μ’αυτό εννοούμε ότι έχω καταποθεί από κάποια αυτόνομη οντότητα, που με χειραγωγεί ώστε να φέρομαι σύμφωνα με εγκαθιδρυμένα αλλότρια πρότυπα, ικανοποιώντας έτσι τις κοινωνικές αξιώσεις περί του πως οφείλει να είναι ένας συγγραφέας, τότε, ευτυχώς, δεν το έχω πάθει. Αν πάλι είσαι ό,τι κάνεις, γιατί να μη δηλώσω υδραυλικός, αφού σήμερα άλλαξα μια βρύση;

-Αυτός είναι και ο λόγος που απεχθάνεσαι τη δημοσιότητα;

Ναι, είναι πολύ εύκολο, με συνεχείς μικρές παραχωρήσεις, να βρεθείς εξάρτημα ενός μηχανισμού του οποίου δεν μπορείς να έχεις τον έλεγχο. Και το κακό είναι διπλό: πρώτον, εκτρέπεσαι από το αντικείμενο σου, και δεύτερον, οι βιογραφικές πληροφορίες μετατοπίζουν το κέντρο βάρους από το δημιούργημα στον κατασκευαστή του, με συνέπεια να χρωματίζεται το έργο ανάλογα.

-Στο βιβλίο θίγεις το πρόβλημα της ασυμφωνίας του πιστεύω και των πράξεων. Αυτό που με εντυπωσιάζει από τότε που άρχισα να καταλαβαίνω την τέχνη είναι ότι δυστυχώς αυτή αντί να κάνει τον “άνθρωπο” καλύτερο τις περισσότερες φορές τον κάνει πολύ χειρότερο. Αυτό συμβαίνει επειδή και αυτή δεν είναι παρά ένα κλαδί ενός αρρωστημένου δέντρου που είναι η κοινωνία μας;

Η τέχνη για την τέχνη ισχύει στην ιδιωτική σφαίρα. Το έργο που προορίζεται για το κοινό πρέπει να αξιολογείται βάσει της αναμενόμενης επίδρασης –επ’αγαθώ ή μη– και να κρίνεται βάσει της πρόθεσης του καλλιτέχνη. Σε περίοδο λοιμού λαμβάνονται μέτρα που εμποδίζουν την εξάπλωση της αρρώστιας. Στο χώρο της τέχνης επικρατεί ασυδοσία –στο όνομα της ελευθερίας της έκφρασης– με αποτέλεσμα η ψυχική πανούκλα ν’ απειλεί με πανδημία.

-Γι’αυτό λοιπόν είσαι υπέρμαχος του περιεχομένου και όχι της φόρμας;

Μακάριος όποιος συνδυάζει περιεχόμενο και φόρμα σε υψηλό επίπεδο αμφότερα. Όμως ποτέ η όποια αισθητική σε βάρος της ουσίας. Αν προσπαθούσαμε να τραφούμε με πανέμορφα στο μάτι ομοιώματα φαγητών, θα πεθαίναμε από ασιτία. Πόσο μάλλον αν η τροφή είναι δηλητηριασμένη.

-Αφού όλα έχουν ειπωθεί γιατί το ανθρώπινο γένος αδυνατεί να κάνει κάποιο ουσιαστικό βήμα μπροστά;

Μπορεί να έχουν ειπωθεί όσα μας χρειάζονται, αλλά ποτέ δεν έγιναν πραγματικά αποδεκτά. Άλλωστε, η μοίρα των ιδεολογιών είναι να διαστρέφονται στην εφαρμογή τους. Από τον άνθρωπο των σπηλαίων μέχρι σήμερα έχουμε ελάχιστα εξελιχθεί. Απλώς πειθαρχούμε –όπως τα ζώα στο τσίρκο– στις εκάστοτε εντολές. Οι ηθικές μας επιτεύξεις μπορεί να χαθούν πανεύκολα, γιατί η πλειονότητα των ανθρώπων δεν ανήκει στο επίπεδο τους, μόνο φέρεται σαν να ανήκει. Βέβαια, όταν αυτό γίνεται συνειδητά είναι πολύ χρήσιμο, στην περίπτωση μας όμως η συμπεριφορά μας είναι μηχανική.

-Θεωρείς ότι ένα έργο μπορεί να μείνει άφθαρτο από το πέρασμα του χρόνου ή αυτό έχει να κάνει κάθε φορά με τον αποδέκτη του;

Το έργο που καταπιάνεται με το ουσιώδες, που θίγει την αλήθεια, έχει διαχρονική αξία γιατί μιλάει κατευθείαν στην ψυχή των ανθρώπων πέρα από πολιτισμικά σκαμπανεβάσματα και δοξασίες του συρμού. Το όντως μεγάλο έργο δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο, έχει την ιδιότητα ν’ αποκαλύπτει σε όλους κάτι, ανάλογα με τη δύναμη του καθενός. Γι’αυτό και προκύπτουν ασυμφωνίες εκτιμήσεων και ερμηνειών, είναι φυσιολογικό.

-Τι σε σπρώχνει να γράφεις; Ποιο το ελατήριοσου;

Όταν γράφω για τον εαυτό μου, επιζητώ την ικανοποίηση που δίνει κάθε δημιουργική εργασία, και δε δίνω πουθενά λογαριασμό. Όμως η δημόσια έκθεση είναι άλλο πράγμα, χρειάζομαι καλή δικαιολογία. Έτσι, απευθύνομαι σ’ εκείνους που βρίσκονται στην έρημο, γιατί εκεί και η πιο μικρή γουλιά νερό μπορεί να είναι σωτήρια. (Όπως άλλοι το έκαναν για ’μένα, ήρθε τώρα η σειρά μου να ξεχρεώσω). Όμως, όποιος δε διψάει ας μη διαβάσει το βιβλίο∙ θα είναι σαν να υποκλέπτει επιστολή προορισμένη για άλλον παραλήπτη.

-Το κακό τελικά βρίσκεται μέσα μας;

Θα έλεγα ότι το κακό βρίσκεται και μέσα μας, άλλωστε το έξω από εμάς κακό δε βρίσκεται μέσα σε κάποιον; Αν πολεμήσουμε τους άλλους, παραβλέποντας το εσωτερικό μας πεδίο μάχης, το μόνο που είναι δυνατόν να πετύχουμε είναι η αλλαγή της διαχείρισης του κακού. Το αποδεικνύει η ανάγνωση της Ιστορίας, που είναι ιστορία παραφροσύνης και φρίκης. Όπως έλεγε και ο Γιουνγκ, αρνούμενοι να συνδιαλλαγούμε με τη σκιά μας προβάλλουμε το κακό στους άλλους με τα γνωστά επακόλουθα.

-Γιατί ο άνθρωπος φοβάται να δει την πραγματική εικόνα του κόσμου του, εσωτερικού και εξωτερικού; Μοιάζει μήπως με «τα λέπια στα μάτια»  που είχε ο Απόστολος Παύλος;

Είναι εκδήλωση του ένστικτου αυτοσυντήρησης. Γνωρίζουμε, κατά βάθος, ότι εδώ που βρισκόμαστε η πρόσκαιρη ύπαρξη μας είναι εύθραυστη. Μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη μας δόση πραγματικότητας μπορεί να μας διαλύσει. Απ’ την άλλη, η τακτική «σφυρίζω στο σκοτάδι» έχει αποδειχτεί ατελέσφορη, γιατί δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεση μας. Αντί να στενεύουμε την πραγματικότητα επειδή δεν τη χωράμε, καλύτερα να διευρυνόμαστε εμείς διαρκώς, αλλά με περίσκεψη, όπως το φίδι που αλλάζει με προσοχή πουκάμισο γιατί τότε είναι ευάλωτο.

-Που έγκειται η προσωπική ευθύνη του καθενός για την κατάντια της κοινωνίας σήμερα; Στο να χειροκροτεί από το καθιστικό του τις σκουπιδοεκπομπές της τηλεόρασης εναποθέτοντας πάνω τους τις φαντασιακές προβολές για δικαιοσύνη ή στο να ψηφίζει κάθε τέσσερα χρόνια τα πανομοιότυπα πολιτικά κόμματα;

Για να πούμε την αλήθεια, δεν είναι λογικό να ζητάμε από ένα ανδράποδο να φερθεί όπως ένα ελεύθερο και αυτεξούσιο ον. Όλοι μας είμαστε δέσμιοι της χρονικής στιγμής που γεννηθήκαμε. Οι πληροφορίες που μας ταΐζουν καθορίζουν την εικόνα της πραγματικότητας, που όσο πιο περιορισμένη είναι τόσο επιλεκτικότερη η αντίληψη, τυφλή σε οτιδήποτε διαφορετικό. Οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι πήραμε στραβό δρόμο, τα συμπτώματα της κοινωνικής παθογένειας το δείχνουν: κατάσταση ανίας, φόβου, άγχους, παράνοιας, κτλ. Αυτό που είναι ο καθένας μας αποτελεί την προσωπική μας συμβολή στο γενικό πρόβλημα. Όμως κάθε απόπειρα να ξεφύγουμε απ’ την πεπατημένη αντιμετωπίζεται με το ερώτημα: «Εσύ θ’ αλλάξεις τον κόσμο;» Εγώ όχι, εσύ όχι, αυτός όχι΄ τότε ποιος; Και ο κόσμος αλλάζει εν απουσία μας. Ουδείς αθώος και άμοιρος ευθύνης. Ακόμη και ο δήμιος μπορεί να βελτιώσει την ανθρωπιά του τροχίζοντας το τσεκούρι του. Δε λείπουν οι ευκαιρίες από την καθημερινότητα μας, μόνο που επιλέγουμε να κοιτάζουμε αλλού.

-Το συναισθηματικό έλλειμμα που παρατηρούμε τόσο έντονο στις μέρες μας που νομίζεις ότι οφείλεται και γιατί οι “άνθρωποι” πάντα όταν προσφέρουν κάτι στον άλλο το κάνουν με το νου τους στο “ταμείο”;

Ο λεγόμενος εγωισμός, το ατομικό συμφέρον, η ιδιοτέλεια είναι φυσικά δεδομένα, είναι ορμέμφυτα που εξυπηρετούν το χωρίς έλεος παιχνίδι της ζωής και είναι απίθανο ν’ απαλλαχτούμε από αυτά. Μπορούμε όμως να χρησιμοποιήσουμε την ώθηση των βιολογικών μας επιταγών σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, εξευγενίζοντας τις επιδιώξεις μας. Ποιος θα μας διδάξει όμως; Όλες οι θρησκείες ξεκίνησαν για ν’ απαντήσουν περί του πρακτέου, αλλά σύντομα εκφυλίστηκαν έως πλήρους αναστροφής. Ειδικά ο χριστιανισμός “διόρθωσε” τόσο τα λόγια του Χριστού, ώστε οδηγεί τους ανθρώπους που διαθέτουν στοιχειώδη λογική στο εξής συμπέρασμα: καλύτερα να μην υπάρχει θεός, γιατί αν υπάρχει, τέτοιος που είναι, δεν θέλω να τον ξέρω.

-Και ο ρόλος της επιστήμης όμως σήμερα μοιάζει πιο σκοτεινός και από εκείνον της εκκλησίας στο μεσαίωνα. Συμφωνείς;

Ναι, γιατί η επιστήμη παρουσιάζεται ως φορέας φωτός, ενώ ο ρόλος των λεγόμενων θρησκειών είναι εμφανώς σκοταδιστικός. Οι Εκκλησίες απολιθώνονται, η Ζωή εξελίσσεται. Το ποτάμι δε γυρίζει πίσω, η επιστήμη θα προχωρήσει στο δρόμο της μέχρι το τέλος. Η πρόγνωση δεν είναι καλή, γιατί η διανοητική υπερανάπτυξη δεν ελέγχεται από αντίστοιχο ηθικό επίπεδο. Και δεν εννοώ την ηθική που μας επιβάλλεται, αλλά εκείνη που κατακτάται. Η επικρατούσα ηθική αχρωματοψία μόνο ως ένδειξη ψυχικής αναπηρίας νοείται.

-Πως εξηγείς το γεγονός ότι η μάζα είναι πρόθυμη να ακούσει μόνο τους ειδικούς ή τους επώνυμους;

Αυτό δεν είναι κατ’ αρχήν κακό. Συμφωνεί και με τη Σωκρατική αντίληψη περί επαΐοντος. Το πρόβλημα παρουσιάζεται όταν πρόκειται για απατεώνες. Για τυφλούς οδηγούς τυφλών που διακηρύσσουν ότι βλέπουν. Τα ψέματα τους είναι ευχάριστα στην ακοή και τα προτιμούμε γιατί μας γλυκονανουρίζουν. Ο προφήτης, ο δάσκαλος, ο φιλόσοφος δρουν σαν αλογόμυγες και αναλόγως αντιμετωπίζονται.

-Τι θα συμβούλευες ένα νέο σήμερα που αισθάνεται έστω και ομιχλωδώς ότι το κτηνώδες σύστημα θα τον καταπιεί αν δεν αντισταθεί με νύχια και με δόντια;

Φοβάμαι ότι η όποια προβλεπτή αντίσταση του δε θα τον ωφελήσει πολύ. Θα’ ρθει ο καιρός που θα εκπροσωπεί ο ίδιος τη νέα έκδοση του συστήματος. Είμαστε μαριονέτες στα χέρια της κατεύθυνσης που έχει πάρει η εξέλιξη του είδους μας. Ως νέοι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε –εφόσον δεν ξέρουμε τι μας γίνεται– είναι να ευχόμαστε να μην πάθουμε κάτι ανεπανόρθωτο. Γιατί αργότερα δε θα μπορούμε να αναθεωρήσουμε όλες μας τις απόψεις, να διακρίνουμε δηλαδή το καλό απ’ το κακό, όχι πλέον ως παραδεδομένα αλλά ως δικό μας πόρισμα. Δε φταίνε λοιπόν μόνο τα πολιτικά συστήματα, εμείς δεν είμαστε το χωράφι που τα γεννάει και τα τρέφει;

-Βλέπεις την ζωή ως αυτοσκοπό ή ως ένα μέσο, ένα σκοπό για κάτι άλλο πιο αληθινό;

Όπως είπαμε η Ζωή εξελίσσεται, κι αυτό θα διαρκέσει ως το τέλος του σύμπαντος – τουλάχιστον. Το ζήτημα είναι: μπορούμε, εκτελώντας παράλληλα το αδήριτο καθήκον της απλής ύπαρξης ως απαιτούμενη συνεισφορά, να επιταχύνουμε, να κόψουμε δρόμο, να φτάσουμε κάπου τώρα ως άτομα; Και τον εαυτό μας θα ωφελήσουμε και το σύνολο, αφού ως γνωστόν λίγη μαγιά φουσκώνει –κάτω από προϋποθέσεις– όλο το ζυμάρι. Για να μη φανεί ότι δεν απάντησα, σκέψου πως όταν σπέρνουμε το χωράφι, όλοι οι σπόροι έχουν τον αυτό σκοπό, αλλά η τύχη ενός εκάστου μπορεί να είναι διαφορετική.

-Κάπου λες ότι «Αν ο θάνατος είναι ένας εραστής, τότε θα πρέπει να τον υποδεχτούμε όσο γίνεται πιο όμορφοι. Τον παρομοιάζεις με ένα όμορφο παλικάρι με σκληρά, σκοτεινά μάτια…». Γιατί ενώ ο Ταρκόφσκι λέει ότι «δεν υπάρχει θάνατος παρά βάσανα και πόνος» η δυτική αντίληψη τρέμει στην ιδέα του θανάτου;

Προφανώς γιατί η αναγνώριση ότι ο θάνατος μας βάζει οριστικό τέλος στη προσωπική μας ύπαρξη μειώνει τη σπουδαιότητα μας, ευτελίζει τα επιτεύγματα μας, μας ακυρώνει ολότελα. Ματαιότης ματαιοτήτων… Με την επίγνωση της θνητότητας οι όποιες πράξεις μας θ’ αποκτήσουν άλλη βαρύτητα, η ζωή μας θα γίνει πιο αληθινή. Αλλά ποιος πιστεύει ότι θα πεθάνει; Τι θα έκανες αν μάθαινες ότι σου μένει λίγος καιρός ζωής; Κάνε το τώρα!

Συνέντευξη του Αλέξη Δαμιανού στον Μίμη Τσακωνιάτη

“ Ο κινηματογράφος μοιάζει με το βιολί. Αν δεν ξέρεις την τεχνική του δεν βγάζεις ούτε μία νότα”, είχε πει κάποτε γνωστός Έλληνας κινηματογραφιστής για να υπογραμμίσει την δυσκολία του μέσου. Βλέποντας όμως τις ταινίες του Αλέξη Δαμιανού συνειδητοποιείς αμέσως ότι όχι μόνο δεν ακούς νότες φάλτσες, αλλά μελωδίες που αγγίζουν βαθιά την ψυχή και την κάνουν να φλέγεται από πάθος για ζωή… Ο καλλιτέχνης μοιάζει περισσότερο με τη μέλισσα που συλλέγει το νέκταρ από τα λουλούδια και σημασία πάντα έχει, τι μέλι θα φτιάξει στο τέλος. Και αν δεν ξέρεις τα άνθη του τόπου σου και τα αρώματα τους τότε πραγματικά δεν σε σώζει καμμία τεχνική…

-Αν ο ήρωας της ταινίας σας “Μέχρι το πλοίο” που εγκατέλειψε το 1966 την Ελλάδα, μία πνευματική έρημο, αναζητώντας στα ξένα τον χαμένο παράδεισο επέστρεφε σήμερα, πιστεύετε ότι θα αντίκρυζε ένα διαφορετικό τοπίο;

Αν γύριζε τώρα; Μέσα στα σημερινά “μέγαρα και παλάτια” του μιμητισμού της δυτικής ατομικιστικής νοοτροπίας; Γυρεύοντας να ξαναβρεί ότι αγαπούσε, ίσως για πρώτη φορά ο καημένος θα τρόμαζε τόσο πολύ και μπορεί και να πέθαινε από καλπάζουσα βαρειάς μορφής ερημιά. Πάντως θα γύριζε. Όλοι γυρίζουν. Κι ο αδερφός της μάνας μου ήταν μετανάστης στην Αμερική. Γύρισε με καρκίνο κι’έσβησε σ’ένα σκοτεινό δωμάτιο, οδός Λομβάρδου 83 στου Γκύζη. “Η νοσταλγία είναι μία μαύρη γάτα που σου καρφώνει τα νύχια στην καρδιά όταν βραδιάζει”. Όλοι θέλουν να γυρίσουν.

Δεν είναι όμως αλήθεια πως η Ελλάδα στις αρχές του ’60 ήταν μία πνευματική έρημος. Εκείνα τα χρόνια η καταναλωτική κοινωνία δεν είχε εισβάλλει στην Ελληνική ύπαιθρο και οι παραδοσιακές πολιτιστικές αξίες ήταν ακόμα καθοριστικές. Οι άνθρωποι ήταν φτωχοί, αλλά καθόλου εξαθλιωμένοι, ούτε αλλοτριωμένοι. Δεν πιστεύω πως αισθανόντουσαν καμιά εσωτερική ερημιά. Ο ξεριζωμός, που είχε αρχίσει απ’ τις αρχές του αιώνα γινόταν για λόγους επιβιωτικούς και πολιτικούς. “Για μια μπουκιά ψωμί”, που δεν υπήρχε. Το Ελλήνικό κράτος με τους βασιλιάδες και τους ξένους προστάτες του υπήρξε πάντοτε ληστρικό. “Όλοι εμείς κατρακυλάμε και ξενιτευόμαστε σαν τα κοτρόνια που άμα και ξεριζωθούνε κατρακυλάνε στο καταράχι”, γράφει ο ήρωας της ταινίας στο φίλο του. Και φεύγοντας για την “Αυστραλία” πιστεύει ότι θα βρει “σπίτια, μέγαρα, παλάτια”, μιά καινούργια ζωή, που την έχει ήδη εμπλουτίσει με την θέρμη και τις αξίες των παπούδων του, και κει θα τους πει ότι η καρδιά του έχει “πονέσει πολύ”. Συνέχεια ανάγνωσης «Συνέντευξη του Αλέξη Δαμιανού στον Μίμη Τσακωνιάτη»

Συνέντευξη Μαριλίτας Λαμπροπούλου στον Μίμη Τσακωνιάτη

Μαριλίτα Λαμπροπούλου: «Δεν πράττω ποτέ κόντρα στο αίσθημα της εσωτερικής μου ελευθερίας»

Η 33χρονη Μαριλίια Λαμπροπούλου είναι μία ηθοποιός προικισμένη με πλούσια υποκριτική φλέβα. Παρά Tο γεγονός ότι το μέσο που εδραίωσε τη δημοφιλία της και την έκανε να αγαπηθεί από το λαϊκό κοινό είναι η τηλεόραση, καθώς τα τελευταία χρόνια συμμετέχει στις πιο εμπορικές παραγωγές, έχει στο ενεργητικό της και δύο εξαιρετικές πρωταγωνιστικές παρουσίες στον κινηματογράφο, στις ταινίες «Μια μέρα τη Νύχτα» του Γιώργου Πανουσόπουλου και «Βασιλιάς» του Νίκου Γραμματικού (βραβείο καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ του Καΐρου), αλλά και σημαντικό έργο στο θέατρο τόσο ως ηθο­ποιός όσο και ως σκηνοθέτιδα. Δουλεύοντας σκληρά και ακολουθώντας προσωπικά, μο­ναχικά μονοπάτια, δείχνει να στοχεύει σε μία κορυφή, σε μία ολοκλήρωση. Ωστόσο, ο ανηφορικός δρόμος είναι δύσκολος, κακοτράχαλος και ιδιαίτερα επικίνδυνος. Της ευ­χόμαστε καλή ανάβαση και περισσότερες προσπάθειες εκεί όπου πραγματικά κτυπάει η καρδιά της. Στο θεατρικό σανίδι ή στο κινηματογραφικό πλατό.

-Ως ηθοποιός διαθέτεις πληθωρικότητα όσον αφορά το εκφραστικό σου οπλοστάσιο. Από τη χροιά και τους τόνους της φωνής σου μέχρι τις κινήσεις και τις χειρονομίες δεν υπάρχει τίποτα κοινό από ρόλο σε ρόλο. Από πού αντλείς αυτό το υλικό και την ποικιλομορφία των εκφράσεων;


Εγώ συνειδητά προσπαθώ να κάνω κάθε φορά κάτι καινούργιο. Όχι με την έννοια «τι έκανα πριν, α τώρα δε θα κάνω αυτό». Εσωτερικά έχω την ανάγκη να προχωράω, οπότε κάθε φορά βάζω ένα θέμα προς λύση, κάτι καινούργιο να ανακαλύψω. Δίνω νέα μορφή στα πράγματα για να δω αν δουλεύει και όχι μόνο αυτό, αλλά αφουγκραζόμενη τις ανάγκες της κάθε δουλειάς νιώθω ότι ένα άλλο κομμάτι του εαυτού μου έρχεται να απαντήσει εκεί. Κάθε ρόλος, κάθε ομάδα, σκηνοθέτης ή συνθήκη μού εκμαιεύει κάτι άλλο, και είμαι αρκετά εύπλαστη απέναντι στο «περιβάλλον» μου και στους σκηνοθέτες μου και αυτό φέρνει κάποια αποτελέσματα. Δεν ξέρω, απλά προσπαθώ να έχω ανοιχτό το κανάλι της επαφής μου με τα πράγματα και με τον εαυτό μου και όσο πιο ανοικτό είναι αυτό το κανάλι, τόσο πιο πλούσια είναι τα πράγματα που έχω να βγάλω, γιατί πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος έχει πολλά πράγματα μέσα του. Το θέμα είναι να μην τα μπλοκάρω και προσπαθώ να ανοίγω αυτό το δίαυλο, τις πύλες της αντίληψης μου και των αισθημάτων μου. Στο σινεμά βέβαια –η τηλεόραση είναι ένα άλλο θέμα επειδή δεν υπάρχει σκηνοθεσία, δεν υπάρχει χρόνος για όλα αυτά, όλα είναι πρίμα βίστα – η κάμερα συνήθως απαιτεί μία εκφραστική εγκράτεια, επειδή εκεί παίζεις με άλλα μέσα. Στο θέατρο υπάρχει επιπλέον η πολυτέλεια ότι έχεις κάνει πολλές πρόβες, το έχεις ψάξει το πράγμα, κατέχεις τη βάση του, οπότε μπορείς να πειραματιστείς με μεγαλύτερη ασφάλεια. Άρα απελευθερώνεσαι περισσότερο. Όταν ο ρόλος είναι πιο σαφής και ολοκληρωμένος, αυτό σε βοηθάει πολύ στην ερμηνεία, να ξέρεις δηλαδή τον στόχο του ρόλου σου.

Συνέχεια ανάγνωσης «Συνέντευξη Μαριλίτας Λαμπροπούλου στον Μίμη Τσακωνιάτη»

Συνέντευξη του Μπρους Μάγιερς στον Μίμη Τσακωνιάτη

Τον περσινό Δεκέμβριο είχαμε την τύχη να συναντήσουμε στην Αθήνα τον Μπρους Μάγιερς, έναν πολύ σημαντικό συγγραφέα, ηθοποιό και διανοητή, που για περισσότερο από τριάντα χρόνια μετέχει στο σκληρό πυρήνα της θεατρικής ομάδας του Πήτερ Μπρουκ. Ο Μάγιερς ήρθε στη χώρα μας ως επίσημος προσκεκλημένος του Εθνικού Θεάτρου για να παρακολουθήσει το θεατρικό έργο «Ντιμπούκ», που ο ίδιος έγραψε πριν από 25 και πλέον χρόνια και ανέβασε για το ελληνικό κοινό με μοναδική επινοητικότητα και φαντασία ο εξαιρετικός σκηνοθέτης μας Σωτήρης Χατζάκης. Αυτό που εισπράξαμε από την αρχή ακόμη της συζήτησής μας με το Βρετανό καλλιτέχνη είναι μία κατακλυσμική αίσθηση ευγένειας, ανεπιτήδευσης, απλότητας, ταπεινότητας, χιούμορ και παντελούς έλλειψης εγωισμού. Και όταν η τεράστια προσωπικότητα ενός ανθρώπου αντισταθμίζεται από καθαρή ουσία, τότε νιώθεις στ’ αλήθεια τι σημαίνει να έχεις απέναντί σου έναν ολοκληρωμένο άνθρωπο. Ξαφνικά ο χρόνος αρχίζει να γίνεται πραγματικός και το συναίσθημα ότι είσαι ζωντανός, ότι παρίστασαι, συντριπτικό. Γιατί όπως λέει και ο Γκουρτζίεφ «ο κόσμος είναι πραγματικός μόνο όταν Είμαι».

Συνέχεια ανάγνωσης «Συνέντευξη του Μπρους Μάγιερς στον Μίμη Τσακωνιάτη»

Διαδικτυακά Μαθήματα Αισθητικής Κινηματογράφου: Το Μοντάζ (επιμέλεια: Μίμης Τσακωνιάτης)

D. W. Griffith

Το θεμέλιο της τέχνης του κινηματογράφου είναι το μοντάζ. –V. I. PUDOVKIN

Μέχρι τώρα, έχουμε ασχοληθεί με την επικοινωνία του κινηματογράφου όπως αυτή συσχετίζεται με το ξεχωριστό πλάνο, τη θεμελιώδη μονάδα κτισίματος στο σινεμά. Ωστόσο, εκτός από τα πλάνα με τράβελινγκ και τις μεγάλης διάρκειας λήψεις, τα πλάνα στην ταινία τείνουν να αποκτήσουν νόημα όταν αντιπαρατίθενται με άλλα πλάνα, όταν διαρθρώνονται σε μία συντεταγμένη αλληλουχία. Φυσικά, το μοντάζ αποτελεί απλώς τη σύνδεση μίας λουρίδας φιλμ (πλάνο) με μία άλλη. Τα πλάνα συνενώνονται σε σκηνές και οι σκηνές σε μακρύτερης διάρκειας σεκάνς. Στο πιο μηχανικό επίπεδο, το μοντάζ αφαιρεί τον περιττό χρόνο και χώρο. Διαμέσου της ένωσης των ιδεών, το μοντάζ συνδέει το ένα πλάνο με το άλλο, τη μία σκηνή με την άλλη, και ούτω καθεξής. Συνέχεια ανάγνωσης «Διαδικτυακά Μαθήματα Αισθητικής Κινηματογράφου: Το Μοντάζ (επιμέλεια: Μίμης Τσακωνιάτης)»

Αυτός και Εγώ. Οι ρίζες της ψυχικής ενέργειας.M. Ester Harding. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ (Μετάφραση: Δρόσος Δρόλαπας- Μίμης Τσακωνιάτης)

Ο Σίγκμουντ Φρόιντ θεωρείται δίκαια ο πατέρας της ψυχανάλυσης, καθώς έριξε μία ικανή δέσμη φωτός μέσα στον ερεβώδη ψυχικό κόσμο του ανθρώπου. Εντούτοις, ο μαθητής του Καρλ Γιουνγκ ήταν εκείνος που καταύγασε τα εσωτερικά βάθη. Αν ο πρώτος γέννησε το αβγό από όπου ξεπρόβαλε η κάμπια της μοντέρνας δυτικής ψυχολογίας –καθώς δε νοείται τέτοια επιστήμη αν δε έχει ως αντικείμενό της το ασυνείδητο– ο δεύτερος δημιούργησε το “νεκρικό” κουκούλι μέσα από το οποίο ξεπετάχτηκε φτερουγίζοντας ως πεταλούδα στο γαλάζιο ουρανό η Αναλυτική Ψυχολογία, που καταπιάστηκε με τις αχανείς εκτάσεις του συλλογικού ασυνείδητου και τους δισυπόστατους “κατοίκους” του, τα αρχέτυπα. Ο Γιουνγκ άφησε το σαρκίο του το 1961 αλλά το πνευματικό του έργο παραμένει πολύτιμη κληρονομιά για την ανθρωπότητα, που αργά ή γρήγορα θα κληθεί να ωριμάσει αφήνοντας κατά μέρος τις παιδιάστικες αντιλήψεις που επέβαλε ο Διαφωτισμός οδηγώντας το σύγχρονο πολιτισμό στην απόγνωση, στη στειρότητα και στην εσωτερική ερήμωση. Όσοι αγνοούν τις επιστημονικές ανακαλύψεις του Γιουνγκ για τον τρόπο λειτουργίας της ψυχής του ανθρώπου ζουν ακόμη σε μία ψυχολογική κατάσταση αντίστοιχη με εκείνη που παλαιότερα ήθελε τη Γη μας να είναι επίπεδη, και η οποιαδήποτε ατομική ή συλλογική πρόοδος είναι ανέφικτη. Βέβαια θα μπορούσε κάποιος εύλογα να αναρωτηθεί: όταν ο μέσος άνθρωπος σήμερα αγνοεί παντελώς το νέο φως που έφερε η μοντέρνα φυσική (βλ. κβαντομηχανική) στην αντίληψη που έχουμε για την εσωτερική πραγματικότητα της ύλης, καταργώντας πλήρως το αιτιοκρατικό μοντέλο και τη νευτώνεια θεώρηση, πώς είναι δυνατόν να περιμένουμε ότι θα φτάσει να κάνει κτήμα του την επιστήμη που είναι σε θέση να του δώσει μία πλήρη ακτινογραφία του ψυχικού του κόσμου με όλες τις «μορφές που κολυμπούν και τις σκιές που έρπουν κάτω από τα ύδατα του ύπνου…»; Και αυτό επειδή ο Καρλ Γιουνγκ σε αγαστή συνεργασία με τον ιδιοφυή νομπελίστα φυσικό Βόλφγκανγκ Πάουλι (θεμελιωτή της κβαντικής θεωρίας) κατέληξαν ότι ο μη αιτιακός, συγχρονικός τρόπος που διέπει τον υλικό κόσμο των κβάντων διέπει και τον ψυχικό κόσμο του συλλογικού ασυνείδητου.

Συνέχεια ανάγνωσης «Αυτός και Εγώ. Οι ρίζες της ψυχικής ενέργειας.M. Ester Harding. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ (Μετάφραση: Δρόσος Δρόλαπας- Μίμης Τσακωνιάτης)»

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑