THE BRIDGE PROJECT: Όλα όσα θα θέλατε να ξέρετε και δεν έχετε ποιον να ρωτήσετε…

image

Company at Winter’s Tale © Joan Marcus

Όταν η λονδρέζικη θεατρική παράδοση συναντά την αμερικανική πρωτοπορία και τη φαντασμαγορία του Χόλιγουντ, το κοινό έρχεται αντιμέτωπο με ένα ιδιότυπο εγχείρημα, το Bridge Project. Οι δύο παραστάσεις του νέου αυτού εγχειρήματος, Ο Βυσσινόκηπος του Τσέχοφ και Το Χειμωνιάτικο Παραμύθι του Σαίξπηρ, ξεκίνησαν από το θέατρο Χάρβεϊ της Νέας Υόρκης, περιόδευσαν στη Σιγκαπούρη, στο Όκλαντ, στη Μαδρίτη και στο Ρεκλινγκχάουζεν, συνέχισαν στο Old Vic του Λονδίνου και ο επόμενος σταθμός –για το Χειμωνιάτικο Παραμύθι– είναι το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Σας παρουσιάζουμε όλα όσα θα θέλατε να ξέρετε γι’ αυτό το εγχείρημα και δεν έχετε ποιον να ρωτήσετε…

Από την Έλια Αποστολοπούλου
και την Αλεξάνδρα Βουδούρη

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ OLD VIC

Τι χρειάζεται ένα θρυλικό θέατρο για να αναγεννηθεί από τις στάχτες του; Στην περίπτωση του βρετανικού Old Vic χρειάστηκαν, πριν από έξι χρόνια, ένα χολιγουντιανό όνομα να το διευθύνει (Κέβιν Σπέισι), αμέτρητες προσπάθειες, πειράματα, δοκιμασμένες παραστάσεις, κλασικό ρεπερτόριο, αλλά και φιλόδοξες παραγωγές, προκειμένου το απαιτητικό λονδρέζικο κοινό να αγαπήσει ξανά το θέατρο αυτό, που έχει όχι μόνο παράδοση αλλά και συναρπαστική ιστορία.
Το Old Vic είναι μάλλον μια ιδιαίτερη περίπτωση στην ιστορία του West End της βρετανικής πρωτεύουσας, καθώς έχει υποστεί αναρίθμητες ολοκληρωτικές καταστροφές (υλικές και οικονομικές), έχει συχνά αλλάξει ονομασία, ρεπερτόριο, ύφος και θεατρικές διαδρομές. Από αυτό τον θίασο, όμως, έχουν περάσει οι μεγαλύτεροι ηθοποιοί, από τον σερ Λόρενς Ολίβιε ως τον σερ Τζον Γκίλγουντ και τον Ραλφ Ρίτσαρντσον, καθώς και οι μεγαλύτεροι άγγλοι σκηνοθέτες.

«ΚΤΗΝΩΔΕΣ ΚΟΙΝΟ»

Λαϊκά μελοδράματα ήταν το ρεπερτόριο του Old Vic όταν πρωτάνοιξε τις πύλες του στο βρετανικό κοινό το 1818. Το θέατρο βρισκόταν τότε στην νότια πλευρά του Τάμεση και είχε ονομασία αριστοκρατική, Royal Coburg.
Το 1831, ο μεγάλος τραγικός Έντμουντ Κιν ερμηνεύει Ριχάρδο III, Οθέλο, Μάκβεθ και Βασιλιά Λιρ. Το κοινό, ωστόσο, μάλλον δεν έχει ακόμη την αρμόζουσα παιδεία για να κατανοήσει τις ερμηνείες του ηθοποιού, γεγονός που θα τον εξοργίσει αφάνταστα. Λέγεται ότι μια νύχτα απελπισμένος έβαλε στους θεατές του τις φωνές: «Ποτέ στη ζωή μου δεν έπαιξα μπροστά σε ένα τόσο αδαές, εντελώς κτηνώδες κοινό!».

«ΠΑΓΙΔΑ ΑΣΩΤΙΑΣ»

Ύστερα από δεκαπέντε χρόνια λειτουργίας, στην πρώτη του ανακαίνιση το Old Vic μετονομάστηκε σε Royal Victoria, όταν η τότε πριγκίπισσα Βικτωρία, και από το 1837 βασίλισσα, είχε ήδη αρχίσει να προβάλλει ως η πιθανότερη κληρονόμος του βρετανικού θρόνου. Το κοινό του θεάτρου αποτελούνταν τότε μόνο από μέλη της βασιλικής οικογένειας και του περίγυρού της, ενώ το ρεπερτόριο έγινε πιο κλασικό. Σε αυτό βοηθούσε, σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής, και η βαριά αριστοκρατική του διακόσμηση. Συνέχεια ανάγνωσης «THE BRIDGE PROJECT: Όλα όσα θα θέλατε να ξέρετε και δεν έχετε ποιον να ρωτήσετε…»

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Η ΣΧΕΣΗ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ (Συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Βουδούρη στην εφημερίδα του Φεστιβάλ Αθηνών).

image

image

PHOTO: Κ. Zouliatis

image

Με τη μελοποίηση του «Επιταφίου» εισήγαγε την ελληνική ποίηση στο «λαϊκό» τραγούδι. Σε ποίηση του Pίτσου, ακολούθησαν η «Ρωμιοσύνη», τα «Δεκαοχτώ Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας», οι «Γειτονιές του Κόσμου». Ο Μίκης Θεοδωράκης στη συνέντευξη που μας παραχώρησε περιγράφει τη σχέση του με τον ποιητή. Συνέντευξη στην

Αλεξάνδρα Βουδούρη

Έχοντας το πλεονέκτημα των στίχων του Γιάννη Ρίτσου, ο Μίκης Θεοδωράκης κατόρθωσε – χωρίς να ήταν πάντα επιδίωξή του– να γίνουν τα τραγούδια του εκφραστής των αγώνων του λαού και η «συνάντησή τους» τελικά να αποτυπώσει την ιστορική συγκυρία της ελληνικής περιπέτειας στο μέσο του 20ού αιώνα. Μισό αιώνα μετά ο Μίκης ωστόσο αμφιβάλλει εάν άλλα ποιητικά έργα του Ρίτσου, όπως το «Εμβατήριο του Ωκεανού» και «Το τραγούδι της αδελφής μου» είναι γνωστά στο ευρύτερο κοινό. Και φοβάται πως το πρότυπο του Πολίτη-Ποιητή που για εκείνον πρεσβεύει ο Γιάννης Ρίτσος, θεωρείται πλέον σήμερα ξεπερασμένο και «επικίνδυνο».

Η ΕΦ μίλησε με τον Μίκη Θεοδωράκη με αφορμή τη συναυλία της Λαϊκής Ορχήστρας «Μίκης Θεοδωράκης» στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο αφιερώματος για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του ποιητή.

Ποιοι ήταν οι λόγοι που ως έφηβος ξεχωρίσατε τον Γιάννη Ρίτσο από τους υπόλοιπους ποιητές της γενιάς του, σε βαθμό μάλιστα που, όπως έχετε και ο ίδιος πει, τον θεωρούσατε «θεό» σας;

Η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου ήταν κάτι το εντελώς καινούργιο για μας, γιατί ξεχώριζε από ό,τι είχαμε γνωρίσει και αγαπήσει έως τότε. Και αμφιβάλλω κι αν σήμερα ακόμα ποιητικά έργα όπως η «Εαρινή Συμφωνία», το «Εμβατήριο του Ωκεανού» και «Το τραγούδι της αδελφής μου» είναι γνωστά στο ευρύτερο κοινό. Κατά τη γνώμη μου σε σχέση και σε σύγκριση με τη θεωρούμενη ως πρωτοπορία «Σχολή του ’30» με επικεφαλής τον Γιώργο Σεφέρη, βρισκόταν ένα βήμα πιο μπροστά –από την άποψη της εκφραστικής δύναμης και του πρωτότυπου λυρικού λόγου, που έφθανε ως τα σύνορα του σουρεαλισμού, χωρίς όμως τις υπερβολές του και την ηθελη- μένη προβολή του ακατανόητου. Αντίθετα, ο βαθύτατος ποιητικός λυρισμός που χαρακτηρίζει και τα τρία αυτά αριστουργήματα κυριαρχείται από έναν άκρατο ανθρωπισμό, στα όρια μιας συναισθηματικής, τραυματισμένης αγωνίας. Συνέχεια ανάγνωσης «ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: Η ΣΧΕΣΗ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ (Συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Βουδούρη στην εφημερίδα του Φεστιβάλ Αθηνών).»

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑