Οι εκδόσεις Κίχλη και ο ΙΑΝΟS παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του Τίτου Πατρίκιου «ΠΟΙΗΜΑΤΑ Α’ 1943-1959».

Οι εκδόσεις Κίχλη και ο ΙΑΝΟS παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του Τίτου Πατρίκιου «ΠΟΙΗΜΑΤΑ Α’ 1943-1959».  Τρίτη 28.11.2017, 20.30, ΙΑΝΟΣ (Σταδίου 24) Συνέχεια ανάγνωσης «Οι εκδόσεις Κίχλη και ο ΙΑΝΟS παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του Τίτου Πατρίκιου «ΠΟΙΗΜΑΤΑ Α’ 1943-1959».»

«Τα Πορφυρά Πανιά», του Αλεξάντρ Γκριν παρουσίαση βιβλίου στο Μουσείο «Μαρίκα Κοτοπούλη» το Σάββατο 25.4.2015

PORFYRA_PANIA

Το Νομικό Πρόσωπο Πολιτισμού του Δήμου Ζωγράφου και οι Εκδόσεις Κίχλη σας καλούν στην παρουσίαση του βιβλίου «Τα Πορφυρά Πανιά», του Αλεξάντρ Γκριν το Σάββατο 25.4.2015 στις 20.30 στο Μουσείο «Μαρίκα Κοτοπούλη» (Αλέκου Παναγούλη 17Α, Ζωγράφου, τηλ. 210 7701713, 210 7481396).  διαβάστε αναλυτικά για το βιβλίο ΕΔΩ

XARTOGRAFIMATA 25 4 2015

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

Παυλίνα Μάρβιν, ποιήτρια-ιστορικός
Σπύρος Γιανναράς, συγγραφέας-κριτικός λογοτεχνίας

Τα «Πορφυρά Πανιά» του Ρώσου Αλεξάντρ Γκριν | Προδημοσίευση μιας μυθικής ιστορίας αγάπης.

PORFYRA_PANIA

9.12.2013 

Ένας Ρώσος συγγραφέας, όχι και τόσο γνωστός, ο Αλεξάντρ Γκριν, μέσα στην καρδιά της Επανάστασης γράφει ένα βιβλίο για ένα φανταστικό κόσμο με εργαλείο του τον ρομαντισμό. Είναι σαν απάντηση στις ραγδαίες αλλαγές και τη σκληρότητα της εποχής, ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε να υμνήσει αισθήματα, τα οποία αγνοούνται και θα κάνουν δεκαετίες για να αναγνωριστούν τόσο αυτά όσο και η αξία της γραφής του.  

Ο Γκριν έζησε μια μυθιστορηματική ζωή σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας. Φυλακίστηκε, εξορίστηκε, το πρώτο του διήγημα παραδόθηκε στην πυρά,  οι εκδότες της Μόσχας και της Πετρούπολης αρνήθηκαν να δημοσιεύσουν έργα του.  Σήμερα, τα Πορφυρά Πανιά είναι μια από τις πιο δημοφιλείς νουβέλες της ρωσικής λογοτεχνίας.  

Τοποθετημένη στην επινοημένη από τον συγγραφέα, φανταστική χώρα που κάποιοι ονόμασαν «Γκρινλάντια», η νουβέλα του Αλεξὰντρ Γκριν υιοθετεί την τεχνική της παραβολής και την ατμόσφαιρα του παραμυθιού για να ἀφηγηθεί μια μυθική ιστορία αγάπης. Η ερωτική αφύπνιση των δύο νεαρών ηρώων, της Ασσόλ και του Γκρέυ, και η πορεία προς την εκπλήρωση του έρωτά τους δίνονται μέσα από λαμπρές περιγραφές της φύσης και αρχετυπικοὺς συμβολισμούς. Ωστόσο, σε ένα δεύτερο επίπεδο, ως βασικό θέμα του κειμένου προβάλλει η αντίθεση ανάμεσα στην πεζή, εχθρική πραγματικότητα και την αληθινή ζωή: τον κόσμο του ονείρου και της επιθυμίας. Γραμμένα σε ιδιαίτερα αισθαντική γλώσσα, τα Πορφυρά πανιά (1923) θεωρήθηκαν δείγμα ενός ιδιότυπου αἰσθητισμού, όταν, λίγα χρόνια μετά τη Ρωσική Επανάσταση, σιγούσαν ο ένας μετά τον άλλον οι Ρώσοι μοντερνιστές, για να παραχωρήσουν τη θέση τους σε αμφιβόλου ταλέντου «προλετάριους» συγγραφείς. Το κλίμα ωστόσο άλλαξε άρδην από τα τέλη της δεκαετίας του ’50, οπότε εγκαινιάζεται μία περίοδος ἐνθουσιώδους υποδοχής του έργου του Γκριν, που διαρκεί μέχρι σήμερα.     

Κεφάλαιο ζ´    

coverTESTdokimioΤὸ πορφυρὸ μυστικὸ Ηταν νωρίς το πρωί, ἡ ὥρα ποὺ ἐπικρατεῖ τὸ λευκό. Μιὰ ψιλὴ πάχνη, γεμάτη παράξενες ὀπτασίες, εἶχε σκεπάσει τὸ τεράστιο δάσος. Ἕνας ἄγνωστος κυνηγός, ἔχοντας μόλις ἀφήσει τὴ φωτιὰ ποὺ εἶχε ἀνάψει, κινοῦνταν κατὰ μῆκος τοῦ ποταμοῦ. Τὸ φῶς τῆς αἰθέριας ἐπιφάνειάς του τρεμόφεγγε ἀνάμεσα στὰ δέντρα, ὅμως ὁ προσεκτικὸς κυνηγὸς δὲν πλησίασε τὸν ποταμό· παρατηροῦσε τὰ φρέσκα ἴχνη μιᾶς ἀρκούδας ποὺ κατευθυνόταν πρὸς τὸ βουνό. Ξαφνικά, μέσα ἀπὸ τὰ δέντρα ἀκούστηκε ἕνας ἦχος, ἀπροσδόκητος σὰν τὸν πανικὸ ποὺ ξεσηκώνει τὸ κυνήγι. Ἕνα κλαρινέτο ξεσποῦσε σὲ τραγούδι. Ὁ μουσικὸς εἶχε ἀνέβει στὸ κατάστρωμα κι ἔπαιζε ἕνα κομμάτι, μιὰ μελωδία ὅλο πένθιμες καὶ ἀργὲς ἐπαναλήψεις. Ὁ ἦχος τρεμούλιαζε σὰν φωνὴ μὲ κρυμμένο πόνο· ὑψωνόταν, χαμογελοῦσε μὲ λυπητερὲς τρίλιες κι ὕστερα σταματοῦσε ἀπότομα. Μιὰ μακρινὴ ἠχὼ σιγοτραγουδοῦσε ἀμυδρὰ τὴν ἴδια μελωδία. Ὁ κυνηγός, ἔχοντας προσέξει τὸ ἴχνος ἑνὸς σπασμένου κλαδιοῦ, προχώρησε πρὸς τὸ νερό. Μέσα ἀπὸ τὴν ὁμίχλη, ποὺ δὲν εἶχε ἀκόμη διαλυθεῖ, διαγραφόταν θαμπὸ τὸ περίγραμμα ἑνὸς τεράστιου πλοίου ποὺ ἔστριβε ἀργὰ πρὸς τὴν ἐκβολὴ τοῦ ποταμοῦ. Τὰ μαζεμένα πανιὰ ζωντάνεψαν, ὅταν ξετυλίχτηκαν κι ἔπεσαν σὲ φεστόνια κρύβοντας τὰ κατάρτια μὲ τὶς ἀνήμπορες ἀσπίδες ποὺ σχημάτιζαν οἱ πελώριες πτυχές τους. Ἀκούγονταν φωνὲς καὶ βήματα. Ὁ στεριανὸς ἀέρας μόλις ποὺ φυσοῦσε, πειράζοντας τεμπέλικα τὰ πανιά. Τελικά, ἡ ζεστασιὰ τοῦ ἥλιου ἔφερε τὸ ἐπιθυμητὸ ἀποτέλεσμα. Ὁ ἀέρας δυνάμωσε, διέλυσε τὴν ὁμίχλη καὶ ξεχύθηκε κατὰ κύματα σὲ ἀνάλαφρα πορφυρὰ σχήματα γεμάτα ρόδα. Οἱ ρόδινες σκιὲς γλιστροῦσαν πάνω στὰ λευκὰ κατάρτια κι ἄρμενα· ὅλα ἦταν λευκὰ ἐκτὸς ἀπ’ τὰ ὁλάνοιχτα πανιά, ποὺ λικνίζονταν ἁρμονικὰ στὸ χρῶμα τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς. […] Γιὰ ἀρκετὴ ὥρα τὸ «Σεκρὲτ» ἔπλεε στὴν ἔρημη θάλασσα, χωρὶς ν’ ἀντικρίζει στεριά. Κατὰ τὸ μεσημεράκι μιὰ μακρινὴ ἀκτὴ ἀνοίχτηκε μπροστά τους. Ὁ Γκρέυ πῆρε τὰ κιάλια καὶ ἑστίασε τὸ βλέμμα του στὴν Καπέρνα. Κι ἂν δὲν ὑπῆρχε μιὰ σειρὰ ἀπὸ στέγες, θὰ ξεχώριζε στὸ παράθυρο ἑνὸς σπιτιοῦ τὴν Ἀσσὸλ καθισμένη μ’ ἕνα βιβλίο στὰ χέρια νὰ διαβάζει. Στὴ σελίδα σερνόταν ἕνα πρασινωπὸ σκαθάρι, ποὺ σταματοῦσε καὶ ἀνασηκωνόταν στὰ μπροστινά του ποδαράκια, δείχνοντας πολὺ ἀνεξάρτητο καὶ ἐξημερωμένο. Ὁ ἀέρας τὸ εἶχε ἤδη ρίξει δυὸ φορὲς ἀνέμελα στὸ σανίδι τοῦ παραθύρου, ἀπ’ ὅπου ἐμφανιζόταν ξανά, ἄφοβα καὶ μὲ ἐμπιστοσύνη, λὲς κι ἤθελε κάτι νὰ πεῖ. Αὐτὴ τὴ φορὰ ὅμως κατάφερε νὰ φτάσει ὣς τὸ χέρι τῆς κοπέλας ποὺ κρατοῦσε τὴν ἄκρη τῆς σελίδας. Τώρα εἶχε σταθεῖ πάνω ἀπὸ τὴ λέξη «κοίτα», διστάζοντας, σὰν νὰ περίμενε ἕνα νέο μπουρίνι· καὶ πράγματι, δὲν εἶχε προλάβει νὰ γλιτώσει ἀπὸ τοὺς μπελάδες, ὅταν ἡ Ἀσσὸλ ἀναφώνησε: «Πάλι αὐτὸ τὸ χαζοσκαθάρι!…». Ἡ κοπέλα, μὲ ἀποφασιστικότητα, θέλησε νὰ φυσήξει τὸν μουσαφίρη στὸ γρασίδι, ὅταν, ξαφνικά, μιὰ τυχαία περιπλάνηση τοῦ βλέμματός της ἀπὸ τὴ μιὰ στέγη στὴν ἄλλη τῆς ἀποκάλυψε μέσα σὲ μιὰ μπλὲ λωρίδα θάλασσας, στὸ τέλος τοῦ δρόμου, ἕνα λευκὸ πλοῖο μὲ πορφυρὰ πανιά. Ἀνατρίχιασε, ἔγειρε πρὸς τὰ πίσω καὶ πάγωσε. Ἔπειτα τινάχτηκε ἀπότομα καί, μὲ τὴν καρδιά της νὰ χτυπᾶ σὲ ἰλιγγιώδεις ρυθμούς, ξέσπασε σὲ ἀσυγκράτητα δάκρυα. Τὸ «Σεκρὲτ» ἐκείνη τὴν ὥρα κύκλωνε τὸν μικρὸ κάβο, μὲ τὴν ἀριστερὴ πλευρά του νὰ κοιτάει πρὸς τὴν ἀκτή. Ἀπὸ τὸ λευκὸ κατάστρωμα, κάτω ἀπὸ τὴ φωτιὰ τοῦ πορφυροῦ μεταξιοῦ, μιὰ ἁπαλὴ μουσικὴ ξεχυνόταν πρὸς τὸν γαλάζιο βυθό· ἡ μουσικὴ μιᾶς κυματιστῆς μελωδίας ποὺ ἐκφραζόταν, ὄχι μὲ μεγάλη ἐπιτυχία, μὲ τοὺς γνωστοὺς στίχους: «Γεμίστε, γεμίστε τὰ ποτήρια κι ἂς πιοῦμε, φίλοι, στὴν ἀγάπη…». Ἡ ἔξαψη καὶ ἡ χαρὰ ξεδιπλώνονταν μέσα στὴν ἁπλότητά τους. Χωρὶς νὰ σκεφτεῖ πῶς ἄφησε τὸ σπίτι, ἡ Ἀσσὸλ ἔτρεχε ἤδη πρὸς τὴ θάλασσα, συνεπαρμένη ἀπὸ τὸν ἀκαταμάχητο ἄνεμο τῶν γεγονότων. Σταμάτησε στὴν πρώτη γωνία, καθὼς οἱ δυνάμεις της τὴν εἶχαν σχεδὸν ἐγκαταλείψει. Τὰ πόδια της λύγιζαν, ἡ ἀνάσα της εἶχε γίνει βαριὰ καὶ πνιχτή, ἐνῶ κινδύνευε νὰ χάσει τὶς αἰσθήσεις της. Ἐκτὸς ἑαυτοῦ ἀπὸ τὸ φόβο μήπως χάσει τὴν ἀποφασιστικότητά της, ἀναπήδησε καὶ ξεκίνησε πάλι. Κάπου κάπου, πότε μιὰ σκεπή, πότε ἕνας φράχτης τῆς ἔκρυβαν τὰ πορφυρὰ πανιά. Καὶ τότε, ἀγωνιώντας μήπως ἐξαφανιστοῦν, ὅπως ἐξαφανίζεται ἕνας κοινὸς ἀντικατοπτρισμός, ἔσπευδε νὰ προσπεράσει τὸ βασανιστικὸ ἐμπόδιο. Ὅταν πιὰ ἔβλεπε ξανὰ τὸ καράβι, στεκόταν κι ἀνάσαινε μὲ ἀνακούφιση. Στὸ μεταξύ, στὴν Καπέρνα εἶχε δημιουργηθεῖ τέτοια ταραχή, τέτοια ὀχλαγωγία κι ἀναστάτωση, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ συγκριθεῖ μὲ τὸν ἀντίκτυπο μεγάλων σεισμῶν. Ποτὲ δὲν εἶχε πλησιάσει αὐτὴ τὴν ἀκτὴ ἕνα τόσο μεγάλο καράβι. Πάνω του ὀρθώνονταν κάτι πανιὰ ποὺ τὸ χρῶμα τους ἔμοιαζε μὲ χλευασμὸ καὶ ποὺ τώρα φλέγονταν, καθαρὰ κι ἀδιαφιλονίκητα, μὲ τὴν ἀθωότητα τοῦ γεγονότος ποὺ ἀνατρέπει ὅλους τοὺς νόμους τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς κοινῆς λογικῆς. Ἄντρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ ἔτρεχαν ἄτακτα πρὸς τὴν ἀκτή. Ἀπὸ πόρτα σὲ πόρτα, οἱ κάτοικοι φώναζαν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, σκόνταφταν ὁ ἕνας πάνω στὸν ἄλλο, ἔσκουζαν καὶ κουτρουβαλοῦσαν. Σύντομα κοντὰ στὴν ἀκτὴ εἶχε συγκεντρωθεῖ πλῆθος, μέσα στὸ ὁποῖο ὅρμησε ἡ Ἀσσόλ. Ὅση ὥρα δὲν ἦταν ἐκεῖ, τὸ ὄνομά της περνοῦσε ἀπὸ στόμα σὲ στόμα μὲ μιὰ νευρικὴ καὶ σκυθρωπὴ ἀγωνία, μ’ ἕναν μοχθηρὸ φόβο. Περισσότερο μιλοῦσαν οἱ ἄντρες. Οἱ γυναῖκες, ἄναυδες, σιγόκλαιγαν μ’ ἕναν πνιχτό, φιδίσιο συριγμό. Ἂν ὅμως κάποια ἄρχιζε τὴ φλυαρία, τὸ δηλητήριο ἀνέβαινε στὸ κεφάλι της. Μόνο ὅταν ἐμφανίστηκε ἡ Ἀσσὸλ σιώπησαν ὅλοι καὶ παραμέρισαν φοβισμένοι. Ἐκείνη στάθηκε μόνη πάνω στὴν καυτὴ ἄμμο, σαστισμένη, ἀμήχανη κι εὐτυχισμένη, μ’ ἕνα πρόσωπο τόσο πορφυρὸ ὅσο καὶ τὸ ὄνειρό της, τείνοντας ἀνήμπορα τὰ χέρια της πρὸς τὸ ψηλὸ καράβι. Ἀπ’ αὐτὸ ξεκίνησε μιὰ βάρκα μὲ ἡλιοκαμένους κωπηλάτες. Ἀνάμεσά τους στεκόταν ἐκεῖνος ποὺ τώρα ἡ Ἀσσὸλ αἰσθάνθηκε πὼς τὸν γνώριζε, πὼς τὸν θυμόταν ἀμυδρὰ ἀπὸ τὰ παιδικά της χρόνια. Αὐτὸς τὴν κοιτοῦσε μ’ ἕνα χαμόγελο θερμὸ καὶ ἐνθαρρυντικό. Ὅμως τὴν Ἀσσὸλ τὴν κυρίευσαν χιλιάδες μπερδεμένοι φόβοι τῆς τελευταίας στιγμῆς. Παρόλο ποὺ ἔτρεμε ἀπ’ τὸ φόβο της γιὰ ὅλα –τὸ λάθος, τὴν παρεξήγηση, κάποιο μυστηριῶδες ἢ δυσάρεστο ἐμπόδιο–, βούτηξε ὣς τὴ μέση στὴ ζεστὴ ἀνατριχίλα τῶν κυμάτων καὶ φώναξε: «Εἶμαι ἐδῶ! Εἶμαι ἐδῶ! Ἐγὼ εἶμαι!». Τότε ὁ Τσίμμερ ἔπιασε τὸ δοξάρι του, καὶ ἡ ἴδια μελωδία ξέσπασε ἠχηρὴ διεγείροντας τὰ νεῦρα τοῦ πλήθους, αὐτὴ τὴ φορὰ ὅμως σὰν μιὰ πλήρης καὶ θριαμβευτικὴ χορωδία. Ἀπὸ τὴ διέγερση, τὴν κίνηση τῶν σύννεφων καὶ τῶν κυμάτων, τὴ λάμψη τοῦ νεροῦ καὶ τὴν ἀπόσταση, τὸ κορίτσι μετὰ βίας διέκρινε τί κινοῦνταν: ἡ ἴδια, τὸ καράβι ἢ ἡ βάρκα – ὅλα κινοῦνταν, περιστρέφονταν κι ἔσβηναν. Ἕνα κουπὶ ἔσκισε τὸ νερὸ δίπλα της. Σήκωσε τὸ κεφάλι της. Ὁ Γκρέυ ἔσκυψε καὶ τὰ χέρια της ἅρπαξαν τὴ ζώνη του. Ἡ Ἀσσὸλ μισόκλεισε τὰ μάτια· ἔπειτα τὰ ἄνοιξε βιαστικά, χαμογέλασε θαρρετὰ στὸ ἀστραφτερό του πρόσωπο καὶ μὲ κομμένη τὴν ἀνάσα εἶπε: «Ἀκριβῶς ὅπως σὲ εἶχα φανταστεῖ». «Κι ἐσὺ τὸ ἴδιο, καλή μου», εἶπε ὁ Γκρέυ, σηκώνοντας ἀπ’ τὸ νερὸ τὸν μουσκεμένο του θησαυρό. «Νά με, ἦρθα. Μὲ ἀναγνωρίζεις;»  

Ο Αλεξάντρ Γκριν γεννήθηκε το 1880 στην πόλη Σλομπόντσκι του κυβερνείου της Βιάτκα, στη Ρωσία, από πατέρα Πολωνό εξόριστο ευγενή και Ρωσίδα μητέρα.   Άσκησε πλήθος επαγγέλματα προκειμένου να εξασφαλίσει τα προς το ζην, κυρίως όμως εργάστηκε ως ναυτικός, όπως ονειρευόταν από παιδί. Για την πολιτική του δράση κατά την προεπαναστατική περίοδο υπέστη φυλακίσεις και εξορίστηκε. Παντρεύτηκε τρεις φορές και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αγία Πετρούπολη.   Πέθανε άρρωστος  το 1932, έχοντας έρθει σε ρήξη με την επίσημη κομματική γραμμή στο χώρο της λογοτεχνίας.   Σημαντικότερα έργα του: Άσπρη φωτιά (1922), Τα πορφυρά πανιά (1923), Ο αστραφτερός κόσμος (1924), Η δρομέας των κυμάτων (1928), Τζέσυ και Μοργκιάνα (1929), Ο δρόμος για το πουθενά (1930), Αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα (1932) κ.ά.   

 

Τα «Πορφυρά Πανιά» κυκλοφορούν  την Παρασκευή από τις εκδόσεις Κίχλη. 

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑