“ΛΕΥΚΗ ΚΟΡΔΕΛΑ” (2009) ΤΟΥ ΜΙΚΑΕΛ ΧΑΝΕΚΕ | Κριτική της Νίκης Πρασσά

whiteribbon

Τί κάνει ένας Αυστριακός στο Χόλιγουντ; Ετοιμάζεται να πάρει το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Αν και πόσο «ξενόγλωσσο» θεωρείται ένα φιλμ που επικεντρώνεται στον αρχέγονο πανανθρώπινο φόβο για το αιώνιο σκοτάδι που μας απειλεί;

Ο Χάνεκε είναι εξαιρετικός μάστορας της κινηματογραφικής τέχνης. Υπηρέτης αυτής και όχι του εγωκεντρικού μανιερισμού του – όπως άλλοι κάποτε οραματιστές και τώρα αυτοεπαναλαμβανόμενοι σκηνοθέτες – συνεχίζει να προσφέρει στο κοινό ένα μενού προβληματισμού για το ποιόν της ίδιας μας της ύπαρξης. Ό,τι ξεκίνησε με την «Ώρα του λύκου», την «Δασκάλα του πιάνου», τον «Κρυμμένο» και τα «Παράξενα Παιχνίδια», για να αναφέρω μερικές μόνο από τις αριστουργηματικές στιγμές του, κορυφώνεται εδώ με την χαριστική βολή στην όποια αθωότητα το γένος θα μπορούσε να έχει. Και γίνεται με τον πιο ώριμο τρόπο από πλευράς του δημιουργού, σε αντίθεση με την πρόκληση μόνο για την πρόκληση που είδαμε από δανό συνάδελφό του, ιδρυτή κινηματογραφικού δόγματος ευρείας κάποτε απήχησης.

Η ταινία μας μεταφέρει σε κάποια ανώνυμη ευρωπαική επαρχία, λίγο πριν την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και την έλευση του φασισμού, για να αφηγηθεί την ιστορία κάποιων μυστηριωδών εγκλημάτων στη φιλήσυχη κοινωνία της.Το νήμα της έναρξης αποτελεί και την αφορμή για να ξετυλιχτεί η προσωπική διήγηση του δάσκαλου της περιοχής, ο οποίος αν και είχε το «προνόμιο» να είναι αυτόπτης μάρτυρας των όσων τάραξαν τα νερά στον τόπο, ωστόσο μας ξεκαθαρίζει πως δεν γνωρίζει την αλήθεια των όσων ψιθυρίζονταν περί των γεγονότων στο πέρασμα του χρόνου. Μαζί με την εξιχνίαση διαφόρων εγκλημάτων, βλέπουμε και την προσπάθειά του να κατακτήσει το αντικείμενο του πόθου του. Πανταχού παρόντες οι λοιποί κοινωνικοί θεσμοί, η εκκλησία μέσω ενός πατέρα οικογενειάρχη παπά, η εξουσία μέσω των μεγαλογαιοκτημόνων της περιοχής, η επιστήμη μέσω του γιατρού.

Ο Χάνεκε και σε αυτή την ταινία διατηρεί το ύφος όλων των προηγούμενων έργων του. Αφήγηση εκτός κάδρου, αποστασιοποίηση από τα πρόσωπα και τα αντικείμενα, η βία που ποτέ δεν απεικονίζεται αλλά αντίθετα εκ των υστέρων ζωγραφίζει και υπογραμμίζει με ακόμα πιο μεγάλη έμφαση τον τρόμο που αυτή γεννάει, αδυναμία των ηρώων να χτίσουν μία οποιαδήποτε σχέση επικοινωνώντας με οποιονδήποτε τρόπο και φυσικά ένα περιβάλλον να κυριαρχεί αποδομητικά πάνω στην ειδυλλιακή αντίληψη μας γι’ αυτό το ίδιο. Πνιγηρή ατμόσφαιρα και νοσηρότητα με ασπρόμαυρη επένδυση.

Εκείνο που διαφοροποιεί ωστόσο την » Λευκή Κορδέλα» από τις προηγούμενες δουλειές του, είναι πως αν και υπάρχει κάτι το περίεργο εξαρχής σε αυτό το μικρό χωριό, όλο το πρώτο μέρος χτίζει στρωτά μία ιστορία συμπτώσεων, ατυχών στιγμών, δυσλειτουργικών οικογενειών, χωρίς να εισπράττεις αμέσως αμέσως έστω και μία μικρή υποψία του κακού που θα υπάρχει. Και δεν το εισπράττεις με απόλυτη βεβαιότητα ούτε στη συνέχεια, μέχρι που σιγά σιγά ο κόσμος των ενηλίκων δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο, πρόσωπο στο οποίο καθρεφτίζεται και εκείνο των παιδιών που μεγάλωσαν υπό συνθήκες αυστηρής » διαπαιδαγώγησης». Το μέλλον έρχεται να λάμψει ζοφερό, εξοστρακίζοντας το φως. Τίποτα δεν φανερώνει τις προθέσεις του σκηνοθέτη, όπως τίποτα δεν αποκαλύπτει τις προθέσεις των βασανιστών. Η ανατροπή γίνεται με μικρές δόσεις της αλήθειας κάτω από την επιφάνεια των σχέσεων έτσι όπως πρωτοπαρουσιάστηκαν. Και το τέλος δεν είναι καθόλου καθαρτήριο, αντίθετα προοιωνίζεται την πραγματικότητα στην οποία ο θεατής καλείται να ξυπνήσει, εάν ασφαλώς δεχτεί να κοιτάξει σε βάθος τον κόσμο γύρω του.

Πολύ έξυπνη η επένδυση στη στιβαρή φωνή του σοφού αφηγητή, ο οποίος μέσα στην βαρβαρότητα του πλήθους αλλά και των ευγενών της επαρχίας, αντιστέκεται παρακολουθώντας τα τεκταινόμενα του παρελθόντος και την δική του απέλπιδα προσπάθεια να αποτρέψει ή να προστατεύσει κάτι. Πιθανόν ο ίδιος ο σκηνοθέτης να ταυτιζόταν με το πρόσωπο αυτού. Άλλωστε την ιστορία μας αφηγείται, ιστορία μίας υπερβίαιης δραστηριότητας ανθρωπότητας, που στα βάθη της παγκόσμιας ψυχής της βρίσκονται αρχετυπικά σύμβολα και δομές.

Κάποιος μου ανέφερε στις αρχές του έτους ότι απογοητεύτηκε βλέποντας την ταινία και πως δεν του θύμισε σε τίποτα τον γνωστό Χάνεκε. Πιθανόν δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει τους κώδικες του έργου του, δεδομένου του μετασχηματισμού τους σε μία μορφή λαμπερή, πιο λαμπερή από κάθε προηγούμενη σκοτεινή του δημιουργία. Ή ίσως χρονομέτρησε ως καθυστερημένη την έναρξη της αποδόμησης. Μπορεί επίσης να τον προβλημάτισε η ολοκληρωμένη αυτή τη φορά ματιά και ο ακριβής εντοπισμός της γενεσιουργού αιτίας της βίας. Εδώ δεν εστιάζουμε στο τερατούργημα του αποτελέσματος αλλά σε όλους τους επίδοξους δόκτορες Φρανκεστάιν. Επιστήμη, θρησκεία, εξουσία, οικογένεια, παιδεία,απέναντι σε μία νεολαία κατακερματισμένη από την συνεχή κακοποίησή της.Οι νεαροί των Παράξενων Παιχνιδιών, η κόρη της Δασκάλας του Πιάνου είναι εδώ, σε εμβρυακή μορφή, αδύναμοι να υπερασπιστούν την αλλαγή του πεπρωμένου τους.

Η λευκή κορδέλα, διακριτικό μίας κίβδηλης αγνότητας, μαυρίζει την ψυχή εκείνου που τη φορά, βαραίνοντας το χέρι του με το αίμα τόσο των ένοχων όσο και των παιδιών του. Το ηθικό δίκαιο δεν είναι τυφλό, απλά δεν υπήρχε ποτέ κανένας άγραφος νόμος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.