ΤΑ ΕΠΤΑ ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ – Αγγελική Στελλάτου / Σταύρος Γασπαράτος, κριτική Νίκης Πρασσά

stellatou gasparatos2

Όταν διαβάζεις τα ονόματα των Αγγελικής Στελλάτου και Σταύρου Γασπαράτου στους βασικούς συντελεστές μίας παράστασης, είσαι εκ των προτέρων βέβαιος πως θα παρακολουθήσεις τουλάχιστον μία αξιοπρεπή δουλειά. Όπως πάντα έτσι και στην παράσταση της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, το αποτέλεσμα δεν περιορίστηκε στο ελάχιστο κι ως εκ τούτου απολαύσαμε ένα μικρό αριστούργημα χορού και μουσικής.

Με αφορμή τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, η Αγγελική Στελλάτου (που υπήρξε μαζί με τον Παπαϊωάννου η κινητήρια δύναμη της Ομάδας Εδάφους) ξανασυνεργάζεται με τον Σταύρο Γασπαράτο (ο σκοτεινός του κόσμος έχει πλαισιώσει αρκετές παραστάσεις, κερδίζοντας έναν επιπλέον ρόλο δίπλα στους ηθοποιούς κάθε φορά, με πιο αγαπημένες μου τις προτάσεις του για τις δημιουργίες της Κατερίνας Ευαγγελάτου -λ.χ “Η λέσχη της αυτοκτονίας”). Οι δυο μαζί φτιάχνουν τον δρόμο προκειμένου να περπατήσουν οι χορευτές τα βήματα της ανθρώπινης πτώσης, από την κόλαση μέσα στην οποία αυτοπαγιδεύονται ένεκα της φυσικής ροπής τους σε ό,τι καλείται “αμάρτημα” προσέτι δε “θανάσιμο”.

Αυτό που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην παράσταση, είναι η αινιγματική φύση κάθε σκηνής – με εξαίρεση κάποιες που ονοματίζονται – , το μπρος πίσω στην αλληλοδιαδοχή των αμαρτημάτων αλλά και η σύμπτυξη αμαρτίας – ενοχής – τιμωρίας μέσα στην κάθε απεικόνιση. Δεν ήταν όλα ξεκάθαρα και υπογραμμισμένα στο έργο, πλην κάποιων σημείων όπως της λαγνείας, η οποία είχε και αρκετό χιούμορ. Ήταν στην διακριτική ευχέρεια του θεατή να ανακαλύψει ποιά εγγενής αδυναμία της ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας στιγματιζόταν κάθε φορά, πράγμα το οποίο λειτουργεί ενίοτε απελευθερωτικά σε σχέση με ένα αυστηρά προκαθορισμένο νοηματοδοτικό περιεχόμενο.

Οι περισσότερες σκηνές, ακόμα και τα σολαρίσματα των χορευτών, περιείχαν μία βίαιη έκρηξη. Το σώμα πάλεψε να σώσει την εγκλωβισμένη στα πάθη της ψυχή, χωρίς φυσικά να υπάρχει ένα αισιόδοξο μήνυμα μίας κάποιας λύτρωσης.

Το ηχητικό περιβάλλον που δημιούργησε ο Γασπαράτος συνέβαλε τα μέγιστα στην ενίσχυση του αισθήματος απόγνωσης που κυριαρχούσε σε κάθε σχεδόν εικόνα. Με εξαίρεση τις αρχικές παραδεισένιες φωνές πτηνών λίγο πριν οι πρωτόπλαστοι γευτούν τον απαγορευμένο καρπό, η υπόλοιπη δραστηριότητά του κάλυψε τολμηρά την ακόλαστη επιθυμία της σάρκας, πότε με αυστηρό τόνο, πότε με λιτή μελαγχολία και πότε με έκρυθμη αυτοσαρκαστική διάθεση. Την αλλαγή ύφους της μουσικής ακολούθησαν και τα χορευτικά μοτίβα, κι έτσι είδαμε πολλές διαφορετικές παραγράφους μέσα στο ίδιο σώμα αφήγησης. Από τα σκυλιά – ανθρώπους μέχρι την δεξίωση, η Στελλάτου πότε έκανε ποίηση ελεγειακή και πότε καθαρή αφαίρεση, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον μας αλλά και ενιαία τη συνοχή της. Με διάρκεια περίπου τα 80 λεπτά της ώρας, ένα γεμάτο και πλούσιο απόσπασμα, σαν αυτόνομο κεφάλαιο, με ζωηρά χρώματα και πολύπλοκες μουσικές από την κατάβαση του Δάντη στο Purgatorio.

Η επιτυχία της χορογράφου οπωσδήποτε έχει να κάνει και με την επιλογή των εξαιρετικών χορευτών, οι οποίοι ήταν παραπάνω από αποτελεσματικοί. Η κίνησή τους υπήρξει εντυπωσιακή, η ταλάντωση των κορμιών τους συναρπαστική, ο συντονισμός τους άψογος. Από την Ίριδα Κυριακοπούλου μέχρι τον Τάσο Καραχάλιο, όλοι τους έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό, τιμώντας το όραμα της δημιουργού. Αυτή η πειθαρχία των χορευτών που μοιάζει με αυτονομία, πάντοτε μου άρεσε. Τόσο στα σολαρίσματά τους, όσο και στα ντουέτα ή τις ομαδικές σκηνές, ο διάλογός με τον Άλλον και τον εαυτό τους υπήρξει άκρως γοητευτικός.

Η παράσταση έχτισε ένα ολόκληρο σύμπαν ανασφάλειας, παίζοντας με όλες τις εκφραστικές τέχνες, όπως την ζωγραφική αλλά και το βίντεο. Στην άκρη της σκηνής – όχι όμως στο περιθώριο – παρουσιάζονταν εικόνες με αναφορές στα θανάσιμα αμαρτήματα, έτσι όπως η ιστορία τέχνης τα έχει αποτυπώσει, με πιο συγκλονιστική την εικόνα της γυναίκας με την κόκκινη καρδιά, την οποία η συνδιαλεγόμενη χορεύτρια τρώει. Επίσης θλιβερή η σκηνή όπου οι ψυχές κατακρημνίζονταν στην κόλαση, για να συνεχίσουν το παραληρηματικό τους έργο. Η τελική έξοδος δεν ήταν παρά αδιέξοδος στην απελπισία, ένα ζοφερό τέλος σε μία ούτως ή άλλως καθόλου ευχάριστη πραγματικότητα της επιβίωσης των ενστίκτων μας ενάντια στη λογική.

Οι μουσικοί υποφωτισμένοι στο βάθος και άνω της σκηνής, συνδιαλέγονταν με τους ερμηνευτές σε μία εις βάθος κατάπτωση στον έκλυτο ανθρώπινο χαρακτήρα.

Η πολύ ενδιαφέρουσα βραδιά ολοκληρώθηκε με την συζήτηση που είχε προγραμματιστεί μεταξύ κοινού και συντελεστών, στην οποία είχαμε την τύχη να ακούσουμε τους πολύ απλούς και καθόλου στομφώδεις καλλιτέχνες να αποποιούνται την οποιαδήποτε προσπάθεια γλωσσικής ανάλυσης και τοποθέτησης επί του έργου που μόλις μας κατέθεσαν,μιας και οι δύο χρησιμοποιούν άλλους διαύλους επικοινωνίας με τους θεατές. Θα συμφωνήσω με αυτή τους στάση, μιας και η υποκειμενικότητα των όποιων συμπερασμάτων πηγάζουν από το αρχικό αυτό ερέθισμα δεν χρειάζεται να καλουπώνεται από μία φαλκιδευμένη αντικειμενικότητα της όποιας αρχικής σύλληψης τόσο σε επίπεδο σκοπού όσο και στόχων.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: