Συνέδριο με θέμα «Λογοκρισίες στην Ελλάδα» : Περίληψη Εισηγήσεων Ομιλητών

logokrisies

Χάρης Αθανασιάδης

Σχολικό βιβλίο: Όταν η λογοκρισία δεν θεωρείται λογοκρισία

Στην ανακοίνωση θα υποστηριχθεί ότι και οι τρεις βασικές μορφές λογοκρισίας που μπορούμε να διακρίνουμε στο δημόσιο λόγο (η κατασταλτική, η προληπτική και η αυτολογοκρισία) παραμένουν στο σύνολό τους ενεργές στο χώρο του σχολικού βιβλίου. Η προληπτική λογοκρισία εμφιλοχωρεί στα κρατικά αναλυτικά προγράμματα, τα οποία λειτουργούν ως επιβεβλημένοι οδηγοί για τους επίδοξους συγγραφείς σχολικών εγχειριδίων.

Η αυτολογοκρισία, η προκαταβολική προσαρμογή των συγγραφέων στις κυρίαρχες κοινωνικές πεποιθήσεις, αποτελεί σχεδόν αυτονόητη πρακτική, ιδιαίτερα στα μαθήματα που μαζί με τις γνώσεις μεταδίδουν προγραμματικά και αξίες, όπως η Λογοτεχνία, η Ιστορία ή τα Θρησκευτικά. Στις λιγοστές περιπτώσεις που αυτές, οι εύσχημες εκδοχές της λογοκρισίας αδυνατούν να επιτελέσουν το ρόλο τους, επιστρατεύεται ως έσχατη λύση η κατασταλτική λογοκρισία: η εντεταλμένη διόρθωση των επίμαχων σημείων ή η απόσυρση των «αιρετικών» εγχειριδίων. Στην ανακοίνωση θα υποστηριχθεί επίσης πως όλες αυτές οι μορφές λογοκρισίας στον εκπαιδευτικό χώρο δεν λογίζονται ως τέτοιες, καθώς ενσωματώνονται σε θεσμικές διαδικασίες ή καλύπτονται από βαρύγδουπες προτροπές για παιδαγωγική και κοινωνική ευθύνη, έτσι που τελικά φαντάζουν αυτονόητες πρακτικές. Οι δύο ανωτέρω αποφάνσεις θα υποστηριχθούν εμπειρικά με πραγματολογικό υλικό που θα αντληθεί από τους δύο αιώνες της ιστορίας του ελληνικού σχολικού βιβλίου. Θα καταδειχθεί έτσι, πως παρότι η λογοκρισία αποτελεί σταθερά του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, η κυρίαρχη μορφή της –ή, ακριβέστερα, το εκάστοτε «μείγμα» της– διαφέρει σημαντικά από εποχή σε εποχή.

Γιώργος Ανδρίτσος

Η λογοκρισία στον ελληνικό κινηματογράφο από το 1945 μέχρι το 1974

Από τα πρώτα βήματα του κινηματογράφου η τεράστια απήχησή του προκάλεσε τον προβληματισμό πολλών «υπεύθυνων» ιθυνόντων που ανησυχούσαν για την επίδρασή του στον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς των μελών των «κατώτερων» τάξεων. Η εισαγωγή της λογοκρισίας γύρω στο 1910 είναι μια ασφαλής ένδειξη του σοβαρού προβληματισμού για τους κινδύνους που προκαλούνταν από τη νέα τέχνη. Ο κινηματογράφος έχει μια σημαντική διαφορά από τις περισσότερες τέχνες. Μπορεί σχετικά εύκολα να ελεγχθεί από την κρατική εξουσία, η οποία, ακόμα και στα δημοκρατικά καθεστώτα, έχει τη δυνατότητα να επιβάλει περιορισμούς στην έκφραση του δημιουργού και/ή να απαγορεύσει την προβολή μιας ταινίας, στερώντας του τη δυνατότητα να επικοινωνήσει με το κοινό. Στο πλαίσιο της ανακοίνωσής μου θα ασχοληθούμε με τη λογοκρισία στον ελληνικό κινηματογράφο από το 1945 μέχρι το 1974. Θα επιχειρηθεί η ένταξη της άσκησης της λογοκρισίας στον κινηματογράφο στα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά συμφραζόμενα της εποχής της και η ανίχνευση της σχέσης ανάμεσα στη λογοκρισία και τις κοινωνικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα την εποχή αυτή. Διακρίνουμε δύο μεγάλες περιόδους. Η πρώτη αρχίζει με την απελευθέρωση της χώρας και τελειώνει με την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας. Η δεύτερη αρχίζει με την επιβολή του πραξικοπήματος και τελειώνει με την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Tα κύρια ερωτήματα, τα οποία θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε, είναι τα ακόλουθα: Ποιο ήταν το θεσμικό πλαίσιο για την άσκηση λογοκρισίας; Έμεινε σταθερό ή άλλαξε με το πέρασμα των χρόνων; Ακολουθούσε τις κεντρικές πολιτικές εξελίξεις ή παρουσίαζε μια σχετική αυτονομία; Ποια ήταν η σχέση ανάμεσα στην ένταση και τη συχνότητα της λογοκρισίας και στην πολιτική κατάσταση που επικρατούσε; Είχαμε περιόδους έξαρσης και χαλάρωσης της λογοκρισίας; Ποιες αντιδράσεις προκάλεσε η λογοκρισία; Πώς αντιδρούσε η Αριστερά»; Πώς αντέδρασαν οι άνθρωποι του κινηματογράφου; Συμμορφώθηκαν στη λογοκρισία ή επιχείρησαν να την ξεπεράσουν και με ποιους τρόπους;

Κωνσταντίνος Μ. Βαφειάδης

Εκκλησία και Τέχνη: Η Εικαστική Μορφή ως Ιδεολόγημα

Στην παρούσα ανακοίνωση σχολιάζεται το ιδεολογικό και αισθητικό πρόβλημα, το οποίο θέτει η πραγμάτωση της μορφής στο πεδίο της δημόσιας ζωής, εξαιρέτως δε η εφαρμογή της λεγομένης βυζαντινής ζωγραφικής στους ορθόδοξους ναούς. Τούτο κρίνεται αναγκαίο για τους εξής λόγους: η Εκκλησία, ως ιστορική μορφή και θεσμός κοινωνικός, επιτάσσει, ήδη από τα μεταβυζαντινά χρόνια, «απόλυτη» υποταγή σε ό,τι αυτή κατονομάζει βυζαντινό. Είναι γνωστό ότι η εν λόγω εμμονή συνιστά προϊόν ανάγκης για διαμόρφωση ταυτότητας και δεσμών συνεκτικών, σε μια κοινωνία, της οποίας το, φυλετικό και πολιτισμικό, υπόβαθρο αμφισβητείται και αλλοιώνεται έκτοτε από την ανερχόμενη, πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά, Δυτική Ευρώπη. Η αμυντική αυτή στάση αφενός θα στερήσει από την ορθόδοξη Εκκλησία κάθε δημιουργική και πρωτότυπη παραγωγή στο πεδίο των γραμμάτων και των τεχνών, θα «ωθήσει» δε αυτήν στη λήψη μέτρων καταστολής και δυσφήμησης κάθε προσπάθειας για ουσιαστική, ζωντανή και ανεπηρέαστη από ιδεολογήματα έκφραση του ευαγγελικού μηνύματος. Στο πεδίο της ζωγραφικής, η Εκκλησία θα επιβάλει βαθμιαία την υποχρεωτική συμμόρφωση με τις «βυζαντινές» εικαστικές επιταγές, ιδίως μετά το 1950, οπότε παρατηρείται αναζωπύρωση της στροφής προς τις ορθόδοξες ρίζες, με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο τον Φ. Κόντογλου. Εξ αφορμής των τάσεων αυτών, διόλου ασύνδετων με τις ιστορικές, θλιβερές για τον Ελληνισμό, συνθήκες και την εθνοφυλετική έπαρση των τότε κυβερνήσεων, θα επακολουθήσουν δηώσεις και φθορές φιλοπρόοδων εκκλησιαστικών έργων ζωγραφικής, όπως αυτό του Σ. Παπαλουκά στην Άμφισσα. Προς τούτοις, συστηματική προπαγάνδα στα εκκλησιαστικά εκπαιδευτήρια, στις μονές και στις κατά τόπους ενορίες θα σπιλώσει εκ προοιμίου και θα εξοβελίσει από χώρο της Εκκλησίας κάθε πρωτότυπη και γνήσια εικαστική έκφραση τόσο του χριστιανικού βιώματος όσο και των αναγκών της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.

Ιουλιανή Βρούτση

Λογοκρισία και λογοτεχνικά είδη: Η παιγνιώδης περίπτωση του Νεοελληνικού Χρονογραφήματος.

Η παρούσα ανακοίνωση εστιάζει στην παιγνιώδη σχέση του Nεοελληνικού Xρονογραφήματος, ενός εφημεριδογενούς λογοτεχνικού είδους, με τις ποικίλες μορφές, κρατικής και μη, λογοκρισίας. Ως κείμενο “ανυπάκουο” που διαρρηγνύει με την καλλιτεχνική θέαση του χρονογράφου τον οικοδομημένο με πρωτίστως πολιτικά κριτήρια κόσμο της εφημερίδας, το χρονογράφημα κυρίαρχα με τον τρόπο της ειρωνείας, με το μηχανισμό της εικονοποιίας και της (μακρο)μεταφοράς, όπως και με τα εν παρόδω δοκιμιακής φύσης σχολιαστικά ενθέματα, δημιουργεί με τον, αισθητικής υφής, “κωδικό” λόγο του ένα αόρατο στην κρατική καταστολή και πρόληψη δίκτυο επικοινωνίας σε καιρούς χαλεπούς πολιτικά και ιδεολογικά (δικτατορία, Κατοχή). Έτσι από τη φύση του το λογοτεχνικό αυτό είδος, λόγω δηλαδή των θεματικών, μορφικών και επικοινωνιακών του χαρακτηριστικών, διαθέτει ένα ανάλαφρο φαίνεσθαι που απατηλά υπάρχει κάτω από το λογοκριτικό φακό της εξουσίας ως ακίνδυνο. Γύρω από μια φαινομενικά ασήμαντη λεπτομέρεια, προκλητικά απέχουσα από το επικαιρικό πρωτοσέλιδο συγκείμενο, ο χρονογράφος οικοδομεί το μικρής κειμενικής επιφάνειας αλλά πολυδιάστατου βάθους “αιρετικό” λόγο του με το ειρωνικό υπονοούμενο να προσλαμβάνεται σε ένα δεύτερο, φιλοσοφικής αναγωγής, επίπεδο αποκωδικοποίησης, που τις περισσότερες φορές δεν ήταν σε θέση να ανιχνεύσουν τα γραφεία λογοκρισίας. Επιπλέον, το παραδοξολογικό στοιχείο που συνιστά θεμελιώδη άξονα της χρονογραφηματικής κατασκευής, ενώ στην ουσία υποσκάπτει τις κοινοτοπικές αντιλήψεις της κοινωνίας, εκ πρώτης όψεως μοιάζει να περιγελά τους αμφισβητίες αυτών καθιστώντας την εικόνα του είδους μη απειλητική για την επιθυμητή από την κρατική εξουσία ιδεολογική ευταξία. Πρωτεΐκό ως κείμενο, θεματικά και μορφολογικά, προκαλεί με τον ειδολογικό χαμαιλεοντισμό του σύγχυση στους αρμοδίους για τη λογοκρισία, ενώ μέσα από το χρονότοπο μιας “ασήμαντης”, εκ των “ψιλών” της εφημερίδας συνήθως εμπνευσμένης, ιστορίας της καθημερινότητας ή μέσα από απομακρυσμένες ιστορικές αλληγορίες, ή μέσα από τη λυρική ευαισθησία μιας ανθρώπινης στιγμής, ο χρονογράφος παραδίδει λάθρα το “αντιστασιακό” ιδεολογικό φορτίο και το ανατρεπτικό μήνυμα στο κοινό, με το οποίο μέσα από την καθημερινή «συνδιάλεξη», όπως ονόμασε και ο γενάρχης του είδους, Κωνσταντίνος Πωπ, το χρονογράφημα, έχει σφυρηλατηθεί ένας επικοινωνιακός δίαυλος εμπιστοσύνης. Έτσι ο Κώστας Βάρναλης, ο Παύλος Παλαιολόγος, ο Σπύρος Μελάς, στους σκοτεινούς καιρούς των αυταρχικών καθεστώτων, με τις λευκές πρωτοσέλιδες στήλες εξαιτίας των λογοκριτικών παρεμβάσεων επί του πιεστηρίου, αντιτάσσουν στην πνευματοκτόνο δράση της εξουσίας το αμφίσημο, υπόρρητα καταγγελτικό, χρονογραφηματικό μειδίαμα. Ωστόσο το τελευταίο δεν στάθηκε πάντα ικανό να υπερβεί με την παιγνιώδη φύση του την, ακόμη και σε καιρούς δημοκρατίας, έσωθεν λογοκρισία, την άλλοτε δηλαδή υποβαλλόμενη και άλλοτε επιβαλλόμενη από την πολιτική γραμμή, την εμπορική επιτυχία και τις δημόσιες σχέσεις των κρατούντων της ίδιας της εφημερίδας.

Γιάννης Γκλαβίνας

Εφ’ όπλου… «ψαλίδι» : Ο κρατικός μηχανισμός επιβολής λογοκρισίας και το πεδίο εφαρμογής του την περίοδο της δικτατορίας των Συνταγματαρχών (1967-1974) μέσα από το αρχείο της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών

Η λογοκρισία θεσμική ή μη, προληπτική ή κατασταλτική αποτελούσε πάντα για τα ολοκληρωτικά και αυταρχικά καθεστώτα, αλλά και την καθεστηκυία τάξη αγαπημένο μέσο προπαγάνδας, χειραγώγησης, επιβολής ιδεολογιών και πολιτικών πρακτικών. Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση από τον κανόνα, με τις κρατικές πολιτικές λογοκρισίας να φτάνουν στο απόγειό τους την περίοδο της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, της μετεμφυλιοπολεμικής Ελλάδας και, βεβαίως, της δικτατορίας των Συνταγματαρχών. Μέχρι σήμερα, οι πληροφορίες που είχαμε για την επιβολή λογοκρισίας από την κρατική εξουσία προέρχονταν κυρίως από μαρτυρίες καλλιτεχνών που περιέγραφαν πώς έπεσαν θύματα του «ψαλιδιού» της λογοκρισίας. Έλειπε, όμως, η άλλη πλευρά της ιστορίας, αυτή του λογοκριτή˙ της συγκρότησης, δηλαδή, και του τρόπου λειτουργίας του μηχανισμού λογοκρισίας καθώς και της κατανόησης της «λογικής» με την οποία δρούσε ο λογοκριτής. Η ανακοίνωση εστιάζει σ’ αυτήν ακριβώς την πλευρά της κρατικής πολιτικής λογοκρισίας παρουσιάζοντας τη δομή του μηχανισμού, τις αρμοδιότητές του και το νομικό πλαίσιο που τον διέπει, αλλά και το πεδίο εφαρμογής του, αντλώντας υλικό από το αρχείο της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών της αρμόδιας, δηλαδή, υπηρεσίας για την άσκηση των κρατικών πολιτικών προληπτικής λογοκρισίας. Η ανακοίνωση περιορίζεται χρονικά στην περίοδο της δικτατορίας των Συνταγματαρχών η οποία εκμεταλλεύτηκε το νομικό οπλοστάσιο προληπτικής λογοκρισίας που είχε δημιουργηθεί στο παρελθόν, αλλά προσέδωσε σε αυτό νέα χαρακτηριστικά, αφού το ερμήνευσε διασταλτικά και κατά το δοκούν, δημιουργώντας εν τέλει ένα αυστηρό πλαίσιο εφαρμογής με ροπή πολλές φορές στον παραλογισμό. Μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα επιβολής λογοκρισίας στον κινηματογράφο, το θέατρο, το τραγούδι και τον Τύπο γίνεται προσπάθεια να κατανοηθεί πώς χειρίζονταν οι λογοκριτές της Χούντας το «ψαλίδι», αναδεικνύοντας το τι ακριβώς λογόκρινε η δικτατορία, αλλά και παρουσιάζοντας τον παραλογισμό και την ανεξάντλητη φαντασία των λογοκριτών.

Ευδοκία Δεληπέτρου

Θέατρο, θεσμοί και (αυτό)λογοκρισία: Παραδείγματα από το Εθνικό Θέατρο

Σε αυτή την ανακοίνωση εξετάζονται τα φαινόμενα λογοκρισίας, και κυρίως αυτό-λογοκρισίας, στο Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας, μέσα από τις επιλογές ρεπερτορίου και την αισθητική των παραστάσεων, στο διάστημα από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια μέχρι το 1967. Τα 23 περίπου χρόνια που μεσολαβούν μεταξύ δυο περιόδων γενικής καταστολής των πολιτικών ελευθεριών, της κατοχής και τη δικτατορίας, παρουσιάζουν ενδιαφέρον ως προς τα φαινόμενα στοχευμένης καταστολής, άτυπης προληπτικής λογοκρισίας και αυτό-λογοκρισίας. Αυτά συνδέονται τόσο με τις τραυματικές πολιτικές συνθήκες του εμφυλίου όσο και με την επακόλουθη προσπάθεια ανασυγκρότησης και «ομαλοποίησης», την αναζήτηση της πολιτικής ελευθερίας και της οικονομικής ανάπτυξης και τον προσδιορισμό της θέσης της χώρας στο μεταπολεμικό διεθνές περιβάλλον. Το Εθνικό Θέατρο ως κρατικός οργανισμός, ιδιαίτερα την εποχή που εξετάζουμε, εξαρτάται από τις εκάστοτε κυβερνητικές επιδιώξεις που μεταβάλλονται ανάλογα με την ιστορική και την πολιτική – ιδεολογική συγκυρία. Ο μηχανισμός ελέγχου δεν διασφαλίζεται μόνο από την κρατική χρηματοδότηση αλλά και από την οργανωτική δομή του οργανισμού, εφόσον ο διευθυντής διορίζεται με υπουργική απόφαση. Ταυτόχρονα, ο θεσμικός ρόλος του Εθνικού Θεάτρου ως φορέα εθνικής παιδείας και προαγωγής του ελληνικού πολιτισμού διαμορφώνει επιπλέον κατευθύνσεις, περιορισμούς και πιέσεις που προέρχονται όχι μόνο από την κρατική πολιτιστική πολιτική αλλά και από την ανάγκη επιβεβαίωσης αυτού του ρόλου στη συνείδηση του κοινού και της κριτικής. Οι πολίτες είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένοι και έχουν αυξημένες απαιτήσεις από την πρώτη κρατική σκηνή ως προς το καλλιτεχνικό έργο αλλά και τα οικονομικά-διοικητικά και κυρίως τα ιδεολογικά θέματα. Οι συνέπειες είναι εμφανείς τόσο στην αισθητική όσο και στο ρεπερτόριο, όπως για παράδειγμα οι συντηρητικές επιλογές έργων κατά τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Με τα παραπάνω δεδομένα σχετίζεται και η έμφαση στη λεγόμενη αναβίωση του αρχαίου δράματος: αυτή την εποχή εδραιώνεται το φεστιβάλ Επιδαύρου, και διαμορφώνονται αισθητικοί «κανόνες» οι οποίοι υποτίθεται ότι ορίζουν την «ορθότητα» και την «αλήθεια» σε σχέση με το αρχαίο δράμα. Η υποχρέωση του Εθνικού Θεάτρου να ανταποκριθεί σε έναν συγκεκριμένο θεσμικό ρόλο, ως θεματοφύλακας των επίσημων αξιών, και η συμμόρφωση της καλλιτεχνικής παραγωγής στο πλαίσιο αυτό επέβαλλε «κανόνες» και στο υπόλοιπο ρεπερτόριο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του έργου Χριστός Πάσχων όπου μετά από αντίδραση της Εκκλησίας απαγορεύτηκε το χειροκρότημα στο τέλος της παράστασης. Συνολικά, φαίνεται πως κατά την περίοδο που εξετάζουμε η καλλιτεχνική έκφραση στο Εθνικό Θέατρο υπέστη έμμεσο τουλάχιστον έλεγχο από τον κρατικό μηχανισμό. Οι καλλιτεχνικές επιλογές ακολούθησαν συγκεκριμένες ιδεολογικές και πολιτικές κατευθύνσεις, κυρίως σε σχέση με το έθνος, την ιστορία, τη θρησκεία και την πολιτική νομιμοφροσύνη. Η στρατηγική αυτή εξασφάλισε, εκείνη την εποχή, την ανάπτυξη και τη δημοτικότητα του θεσμού.

Δημήτρης Δημούλης

Welcome to Dismaland. Εξουσία με μορφή ελευθερίας

Ο βλάσφημος εμφανίζει τη δράση του ως άσκηση ελευθερίας και προεχόντως ατομική πράξη. Ο επίδοξος ή πραγματικός λογοκριτής προσπαθεί παρομοίως να δικαιολογήσει την παρέμβασή του ως απόρροια και μέσω προστασίας τηε ελευθερίας ατόμων (συνείδηση, τιμή, αξιοπρέπεια). Η κριτική σκέψη πάνω σε υποθέσεις βλασφημίας δείχνει ότι η ατομικόητητα και η ελευθερία αποτελούν ψευδώνυμα σχέσεων εξουσίας που δομούν το επιτρεπτό και το απαγορευμένο και καθρίζουν την κίνηση των υποκειμένων. Η φιλελεύθερη θεώρηση του υποκειμένου δικαιωμάτων και οι θεωρίες της στάθμισης των αγαθών δεν φαίνονται ικανές να δώσουν ικανοποιητικές απαντήσεις. Η φιλελεύθερη επιταγή της εν γένει ελευθερίας λόγου και τέχνης καταλήγει σε αδιέξοδα όταν της ζητηθεί να θέσει όρια, δηλαδή κριτήρια ελέγχου του τι λέγεται και τι δε λέγεται. Αυτά τα αδιέξοδα (διότι φυσικά κάποια πράγματα δε λέγονται ακόμη και αν νομίζουμε το αντίθετο) αξιοποιούνται και μάλιστα αποτελεσματικά. Η βλασφημία έχει ως σημεία αναφοράς το θείο και το δίκαιο που ρυθμίζει (περιορίζει) συγκεκριμένες κοινωνικές πρακτικές. Η ουσία της βλασφημίας και της απαγόρευσής της είναι η πάλη ασύμμετρων κοινωνικών δυνάμεων. Μια από τις στρατηγικές είναι η καταστολή πρακτικών που αμφισβητούν τη δόμηση του πεδίου αυτού, με επικρίσεις, ειρωνείες και άλλες «ασέβειες».

Βασίλης Δούβλης

«Στοργή στο Λαό»: Ο παραλογισμός και η γελοιότητα της χουντικής λογοκρισίας. Η περιπέτεια μιας ταινίας

Η εισήγηση αναφέρεται στην περιπέτεια της δημιουργίας της ταινίας « Στοργή στο Λαό», η οποία βασίζεται στο άγνωστο μέχρι τώρα αρχείο της χούντας που έρχεται για πρώτη φορά στο φως. Περιγράφει την πολύχρονη έρευνα, την ταυτοποίηση, τη συντήρηση, την ψηφιοποίηση και την επεξεργασία του αρχειακού υλικού , αλλά και την αισθητική προσέγγιση και τη σύγχρονη κινηματογραφική φόρμα που επιλέχθηκε για να αναδειχθεί το συγκεκριμένο αρχείο. Αναφέρεται επίσης στον παραλογισμό και τη γελοιότητα της λογοκρισίας της χούντας, αλλά και την αναπάντεχη, δυστυχώς, επικαιρότητά της με την επανεμφάνιση του φασισμού στη σύγχρονη Ελλάδα.

Άννα Μαρία Δρουμπούκη

Η άγνωστη δράση του Ηλία Πετρόπουλου για τη θεσμική αναγνώριση της γενοκτονίας των Ελλήνων Εβραίων

Η θεσμική αποσιώπηση της ιστορικής παρουσίας των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια των τελετών του 1985 για τα 2.300 χρόνια από την ίδρυση της πόλης, ήταν η αιτία των κινητοποιήσεων και των διαμαρτυριών του γνωστού αιρετικού συγγραφέα Ηλία Πετρόπουλου προς τους θεσμικούς φορείς τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80, από την έδρα του στο Παρίσι. Επιπλέον, δραστηριοποιήθηκε έντονα για την πραγματοποίηση τελετών μνήμης για τα σαράντα χρόνια από την έναρξη των εκτοπίσεων των Ελλήνων Εβραίων. Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 ο Ηλίας Πετρόπουλος αντάλλασε επιστολές με το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο (ΚΙΣ), οργάνωνε εκδηλώσεις για τη μνήμη της Σοά (Ολοκαύτωμα) στο Παρίσι, έστελνε επιστολές στην υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη σχετικά με τα 40-χρονα από την εκτόπιση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, αλλά δεν έλαβε ποτέ καμία απάντηση. Οι προσπάθειες του Ηλία Πετρόπουλου παραμένουν εν πολλοίς άγνωστες μέχρι σήμερα, ενώ άγνωστη παραμένει και η έκδοση ενός συλλογικού τόμου στα γαλλικά το 1992, με ένα κείμενο του Πετρόπουλου για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης και για την εβραιοπούλα Αλέγκρα που αγάπησε νέος και την έχασε στη Σοά (Ηλίας Πετρόπουλος κ.ά. «Θεσσαλονίκη, 1850-1918. Η πόλη των Εβραίων και η αφύπνιση των Βαλκανίων», μετ. Γιώργος Καλαμαντής, εκδ. Εκάτη, Αθήνα 1992). Μάλιστα, το 1982 ξεκίνησε τη συγγραφή ενός βιβλίου για το θέμα, ενώ πραγματοποίησε και μια σειρά ομιλιών στο Παρίσι. Το βιβλίο, όπως ο ίδιος υποστηρίζει στις επιστολές που ανταλλάσσει με το ΚΙΣ, εκδόθηκε το 1983, με τίτλο «Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης» και εξώφυλλο του ζωγράφου Roland Topor. Δεν κατέστη δυνατόν να εντοπιστεί αυτή η έκδοση. Αυτή η άτυπη θεσμική λογοκρισία της μνήμης της Σοά στην Ελλάδα δεν «έσπασε» ούτε τη δεκαετία του 1990. Σκοπός της ανακοίνωσης είναι να διερευνήσει την άγνωστη μέχρι σήμερα συνεισφορά του Πετρόπουλου στην ενεργοποίηση των μηχανισμών μνημόνευσης της γενοκτονίας των Ελλήνων Εβραίων, σε μια περίοδο (δεκαετία 1980) πλήρους αποσιώπησης και θεσμικής λήθης του ζητήματος από πλευράς της πολιτείας.

Λεωνίδας Εμπειρίκος

Λογοκρισίες ερωτικής λογοτεχνίας: Η περίπτωση του Μεγάλου Ανατολικού

Όταν γράφτηκε ο Μεγάλος Ανατολικός δεν ήταν δυνατό να εκδοθεί χωρίς να παραπεμφθεί σε δίκη ο συγγραφέας και ο εκδότης. Τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γαλλία ή την Αγγλία. Αυτό που θα μπορούσε να γίνει ήταν να εκδοθεί στα αγγλικά στη Γαλλία από έναν συγκεκριμένο εκδοτικό τύπο που είχε ειδικευθεί σε έντυπα ερωτικής λογοτεχνίας. Κατά τη διάρκεια της ζωής του Α. Εμπειρίκου αυτό δεν άλλαξε. Στη μεταπολίτευση, ουσιαστικά τη χρονιά που πεθαίνει ο Α. Εμπειρίκος (1975), τα πράγματα σταδιακά αλλάζουν μετά από μια σειρά δίκες των εκδόσεων Άγρα για τις 120 μέρες στα Σόδομα. Μετά από τις δίκες αυτές, στη δεκαετία του ΄80, οι εκδότες θεωρούν ότι πλέον μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα τα πάντα. Αυτή η άνθηση είχε ως αποτέλεσμα την δημοσίευση του Μεγάλου Ανατολικού το 1990-1992. Οι αντιδράσεις όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο ήρθαν, αναμενόμενα, από τα Δεξιά αλλά και από μικρό τμήμα της Αριστεράς στο όνομα μια πολιτικής ορθότητας, ανάλογης με αυτήν που ηγεμονεύει στα αντίστοιχα περιβάλλοντα στις ΗΠΑ. Η Δεξιά ήθελε εισαγγελέα, ό οποίος όμως ποτέ δεν επενέβη, ενώ αυτό το μειοψηφικό τμήμα της Αριστεράς ήθελε την ηθική καταδίκη του Μεγάλου Ανατολικού ως έργου το οποίο εγγράφεται τάχα σε μια παράδοξη της ριζοσπαστικής δεξιάς.

Μαρία Ζουμπούλη

Καλλιτέχνες, στιγματίες και λογοκριτές

«Tattoo (for reflection)» είναι ένα έργο τέχνης του Ιρλανδού Douglas Gordon, που έχει «χτυπηθεί» ως τατουάζ το 1997 πάνω στην πλάτη του Ολλανδού συγγραφέα Oscar Van Den Boogaard. Πρόκειται για τη λέξη «guilty», γραμμένη ανάποδα, ώστε να διαβάζεται μέσα από την αντανάκλασή της στον καθρέφτη. Η φωτογραφία που αναπαράγει την όλη επιτέλεση έχει αγοραστεί από το Μουσείο Guggenheim της Νέας Υόρκης. Το έργο αυτό αντιβάλλεται με μια νοερή εικόνα που έρχεται από τα βυζαντινά χρόνια. Στην Κωνσταντινούπολη, στις 18 Ιουλίου του 836, τα αδέλφια Θεόφιλος και Θεόδωρος, εικονόφιλοι μοναχοί από την Παλαιστίνη, βασανίζονται από τον εικονομάχο αυτοκράτορα Θεόφιλο με έναν τρόπο ειδεχθή, αλλά εντελώς πρωτότυπο: με πυρωμένες βελόνες χαράζονται στο πρόσωπό τους 12 στίχοι του -άγνωστου σε μας- ποιητή Χριστοδούλου, που εξυμνούν την εικονομαχία. Απ’ αυτήν την αιτία ονομάστηκαν Γραπτοί, και η ορθόδοξη εκκλησία τους συμπεριέλαβε στο αγιολόγιό της. Και στις δυο περιπτώσεις το στίγμα του λόγου αποτίθεται στο δέρμα για να λογοκρίνει μια ιδέα: στην δεύτερη περίπτωση κυριολεκτικά, στην πρώτη συμβολικά. Και στις δύο περιπτώσεις, η ίδια η φύση της εικόνας δοκιμάζεται στην αντιβολή της με την δερματική στίξη. Η εικαστική διάσταση του λόγου συγκροτείται ως λόγος για τα όρια και την νομιμότητα της αναπαράστασης. Η τέχνη συνδιαλέγεται με την θεσμική εξουσία και συγχρωτίζεται με τη βία. Οι οπτικές ρητορικές δικαιώνονται.

Άννα Μοσχονά-Καλαμάρα

Λογοκρισία: Το διαχρονικό όπλο κάθε μορφής εξουσίας. Η περίπτωση του γλύπτη και ακαδημαϊκού δασκάλου Δημήτρη Καλαμάρα.

Η ανάπτυξη ιστορικού λογοκρισίας τριών γλυπτών, έργων του καθηγητή και πρώτου εκλεγμένου μετά την μεταπολίτευση πρύτανη της ΑΣΚΤ, Δ. Καλαμάρα αναδεικνύει την ένταση που μπορεί να λάβουν οι λογοκριτικές πρακτικές. Ο ανδριάντας του καπετάν–Κώττα που φιλοτεχνήθηκε το 1961, εκπροσώπησε επισήμως την Ελλάδα στην Μπιεννάλε της Αλεξανδρείας του ιδίου έτους και βραβεύτηκε με το χρυσό μετάλλιο (πρώτο βραβείο) της διοργάνωσης. Στήθηκε στην Φλώρινα, αποκαθηλώθηκε και επανατοποθετήθηκε μετά τον θάνατο του καλλιτέχνη. Το Μνημείο του θνήσκοντος πολεμιστή, το οποίο φιλοτεχνήθηκε το 1971, αποκαθηλώθηκε και επανατοποθετήθηκε μετά τον θάνατο του καλλιτέχνη. Ο έφιππος ανδριάντας του Μεγάλου Αλεξάνδρου ανατέθηκε στον γλύπτη το 1958 από τον δήμο Φλώρινας και δεν τοποθετήθηκε ποτέ στην πόλη. Τα γλυπτά και σχέδια που ήταν οι σπουδές για τον έφιππο, υπήρξαν η επίσημη συμμετοχή της Ελλάδας στην Μπιεννάλε του Σαο Πάολο το 1979 όπου το εν όλω έργο του καλλιτέχνη απέσπασε Εύφημη Μνεία. Το έργο χυτεύθηκε το 1993 με χρηματοδότηση του Υπουργείου Πολιτισμού προς την Στέγη φιλοτέχνων Φλώρινας, ως ενδιάμεσου φορέα, λόγω άρνησης του δημοτικού συμβουλίου. Η περίπτωση του Δημήτρη Καλαμάρα είναι ιδιάζουσα, γιατί η λογοκρισία της καλλιτεχνικής εργασίας του στην γενέτειρα του, διήρκεσε –με μικρά διαλείμματα- καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του, και για κάποια χρόνια ακόμη, μετά τον θάνατό του. Η λογοκρισία των έργων του Δημήτρη Καλαμάρα γεννά σκέψεις και πιθανές ερμηνείες για αυτή την εμμονική απόρριψη από τις πολιτικές και θρησκευτικές αρχές της πόλης του ενός καλλιτεχνικού έργου και του δημιουργού του, που -κατά το ίδιο χρονικό διάστημα- έχαιρε και χαίρει απόλυτης αναγνώρισης από την καλλιτεχνική και ακαδημαϊκή κοινότητα και την Πολιτεία.

Νίκος Καραγιαννακίδης

«Υπό τον όρον ότι θα τηρηθούν αι εν τω κειμένω σημειούμεναι διαγραφαί…περικοπή ερωτικής σκηνής, καθ’ ην η ιατρός είναι γυμνόστηθη… απερρίφθη αίτησις θιασάρχου… Μεριμνήσητε εφαρμογήν»: λογοκρισία και απαγόρευση στην Ελλάδα του 1972.

Τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και οι αρχές αυτής του 1970 σημαδεύτηκαν από την έκρηξη του κινήματος αμφισβήτησης και την διάδοση του πολιτιστικού προϊόντος σε κάθε γωνιά του δυτικού κόσμου. Εξαίρεση αποτέλεσε, από τον Απρίλιο του 1967 μέχρι τον Ιούλιο του 1974, η Ελλάδα. Η χώρα τελούσε υπό δικτατορικό καθεστώς, και αυτό, πιστό στα ιδεώδη του «Ελληνοχριστιανισμού» και στο τρίπτυχο «Πατρίς–Θρησκεία– Οικογένεια», συνέχισε, «επηυξημένη και βελτιωμένη» την (όχι τόσο έντονη κατά το παρελθόν) άσκηση προληπτικής λογοκρισίας στα θεάματα και ακροάματα. Ξεκινώντας από τα «βλαπτικά και ακατάλληλα δι’ ανηλίκους» πορνογραφικά φιλμ, που εισάγονταν αθρόα από τις χώρες της Δύσης, η λογοκρισία και η απαγόρευση έφτανε στον Μπρεχτ, στον Μπέκετ, στον Γεράσιμο Σταύρου του «Καληνύχτα Μαργαρίτα», αλλά ακόμη και στους διάσημους τότε κωμικούς Τσίτσιο και Φράνκο. Ως αρμόδια αρχή για την άσκηση αυτού του έργου ορίστηκε η ανασυγκροτημένη από τη δικτατορία των συνταγματαρχών (ιδρυμένη από την προηγούμενη δικτατορία, αυτήν του Μεταξά) Γενική Γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών.

Η ανακοίνωση, βασισμένη σε αδημοσίευτο αρχειακό υλικό από το αρχείο της ΓΓΤΠ, επιδιώκει να σκιαγραφήσει το τοπίο της εποχής, από τον Οκτώβριο του 1970 μέχρι τον Μάιο του 1973. Εκτός από τα στοιχεία για το θέμα, το υλικό είναι εξόχως διασκεδαστικό, τόσο για τις ακριβέστατες πληροφορίες περί των «περικοπτέων» σκηνών των πορνογραφικών ταινιών, όσο και για το διατυπούμενο σκεπτικό: χαρακτηριστικά, η αμφιλεγόμενη ταινία «Αντίο Θείε Τομ» απαγορεύτηκε «για λόγους γενικωτέρας φύσεως».

Λεωνίδας Καραμπίνης, Σοφία-Όλγα Παπαϊωάννου, Θρασύβουλος Αβαριτσιώτης

Βιοτέχνη: Όρια και Λογοκρισία

Η Βιοτέχνη είναι μία σύγχρονη μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης, η οποία -ενώ προκαλεί λόγω της χρήσης βιολογικών υλικών στις εφαρμογές της- απαιτεί ιδιαίτερη ανάγνωση εξαιτίας της νέας νοηματοδότησης διαφόρων εννοιών και αξίων. Παράλληλα, κινούμενη ανάμεσα στην αισθητική και την ηθική δοκιμάζει τα όρια της λογοκρισίας ταυτόχρονα σε διαφορετικές κοινωνίες και σε παγκόσμιο επίπεδο. Αποκαλύπτει με αυτό τον τρόπο όχι μόνο τα διαφορετικά όρια ανοχής αλλά και ένα πραγματικά μεγάλο πρόβλημα που αφορά την νομοθεσία στον τομέα της Βιοηθικής, η οποία δείχνει να μην μπορεί πλέον να παρακολουθήσει τις νέες και ραγδαίες εξελίξεις σε έναν τομέα όπου τα όρια της τέχνης και της επιστήμης συνδιαλέγονται σε τέτοιο βαθμό και βάθος που δεν έχουμε ίσως δει ξανά. Ένα βασικό πεδίο έρευνας της Βιοτέχνης είναι το ανθρώπινο σώμα, η δυνατότητα εξερεύνησής του, μεταμόρφωσής του και αλλαγής των ορίων του ή ακόμα και της αρχιτεκτονικής του. Ωστόσο, η χρήση του ανθρώπινου σώματος, των βιολογικών υλικών και ειδικότερα των ανθρώπινων υπολειμμάτων εγείρει κοινωνικά, θρησκευτικά, νομικά και ηθικά ζητήματα που σχετίζονται με την ελευθερία της έκφρασης, την αυτοδιάθεση και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Επιπλέον, εγείρονται θέματα διαχείρισης των έργων Βιοτέχνης, καθώς τα υλικά αυτά είναι φορείς ισχυρών άυλων αξιών και ιδεών. Μοιραία λοιπόν, τίθενται προβληματισμοί που σχετίζονται με τα όρια μεταξύ αισθητικής και ηθικής, δοκιμάζοντας ταυτόχρονα τα όρια της λογοκρισίας, σε ένα πεδίο που συνεχώς πειραματίζεται, εξελίσσεται και βαδίζει παράλληλα με τις εξελίξεις στις επιστήμες της ζωής και των νέων τεχνολογιών. Το ερευνητικό έργο «Βιοτέχνη: Ορισμοί και Όρια. Έρευνα για τη δημιουργία ενός κοινά αποδεκτού δεοντολογικού πλαισίου παραγωγής και διαχείρισης» του Τ.Ε.Ι. Αθήνας στα πλαίσια του προγράμματος ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ ΙΙΙ, στοχεύει αφενός στην καταγραφή των ορίων αισθητικής και ηθικής, όπως αυτά έχουν προκύψει σε διαφορετικές εποχές και τόπους από διαφορετικά κοινωνικά, θρησκευτικά και εθνικά σύνολα, και αφετέρου να αναδείξει ένα πεδίο όπου καλλιτέχνες και επιστήμονες αλληλοεπιδρούν με απρόβλεπτες ίσως προεκτάσεις αλλά και αντιδράσεις όπως αυτής της λογοκρισίας.

Κωστής Καρπόζηλος

Υπόθεση Πολκ: μία ελληνική και αμερικανική ιστορία λογοκρισίας

Η δολοφονία του George Polk στη Θεσσαλονίκη τον Μάιο του 1948 και η μακρόχρονη αστυνομική, δικαστική και πολιτική περιπέτεια που την ακολούθησε έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον συστηματικών ερευνητών που εστίασαν στο κύριο ερώτημα των μηχανισμών που οδήγησαν στο θάνατο του Αμερικανού δημοσιογράφου και στη μετέπειτα διαχείριση της υπόθεσης. Στην ανακοίνωση θα διερευνηθεί η υπόθεση Πολκ ως μία ιστορία διαδοχικής λογοκρισίας και αυτολογοκρισίας. Εκκινώντας από την ίδια τη δολοφονία θα αναδείξω τους μηχανισμούς ελέγχου και λογοκρισίας εντός των οποίων εργάστηκαν οι ξένοι ανταποκριτές στην Ελλάδα από το 1944 έως το 1949 και τις επιδράσεις της δολοφονίας του Πολκ στην εξέλιξη της δημόσιας συζήτησης στις Ηνωμένες Πολιτείες γύρω από το ερώτημα της ελευθερίας του τύπου. Στο δεύτερο μέρος θα επιχειρηθεί η σύνδεση της λογοκριτικής διάστασης της δολοφονίας με τη διαχείριση της ιστορικής μνήμης. Στο έδαφος αυτό θα σχολιάσουμε την αυτολογοκρισια της ελληνικής Αριστεράς γύρω από την υπόθεση, αλλά κυρίως τη δικαστική διαμάχη που απέτρεψε την ελληνική έκδοση του βιβλίου της Kati Marton, The Polk Conspiracy στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Βασικός στόχος της ανακοίνωσης είναι η ανασύνθεση της λογοκριτικής συνέχειας στην υπόθεση Πόλκ και η ταυτόχρονη αναγνώριση των πολλαπλών γεωγραφικών και ιδεολογικών νημάτων που συνδέουν τις λογοκριτικές πρακτικές στην Ελλάδα με το διεθνές πλαίσιο.

Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη

Σκάνδαλα, ιερείς και αφορισμοί: ο κλήρος στη μικρή και μεγάλη οθόνη της δεκαετίας του 1980

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, οι σχετικές αποκαλύψεις για την ιδιωτική ζωή του τ. Μητροπολίτη Πρεβέζης και Νικοπόλεως Στυλιανού Κορνάρου, γνωστού κι ως «Αγίου Πρεβέζης», πυροδότησε μία σειρά από δημοσιογραφικές έρευνες και τοποθέτησε στο κινηματογραφικό προσκήνιο τον κληρικό ως αυτοτελή και ολοκληρωμένο χαρακτήρα. Ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια των προηγούμενων ετών, ο ελληνικός εμπορικός κινηματογράφος αξιοποίησε τους κληρικούς ως δευτεραγωνιστές και, ακόμα συχνότερα, κομπάρσους σε εμπορικές κινηματογραφικές διατυπώσεις στην κωμωδία, στο μελόδραμα ή στη φουστανέλα, η δεκαετία του 1980 θα σηματοδοτήσει μία περίοδο αναπροσαρμογής των ιδιοτήτων του κινηματογραφικού κλήρου. Με αφορμή το πολύκροτο θεατρικό έργο του Δ. Κολλάτου, «Ο Άγιος Πρεβέζης», την αυστηρή λογοκρισία του και τις δικαστικές διαμάχες που προκάλεσε, η παρούσα εισήγηση έχει ως σκοπό την περιγραφή και την αξιολόγηση των σημαντικών ζητημάτων λογοκρισίας που προέκυψαν από τα φιλμ «Ο Άγιος Πρεβέζης» (Δ. Κολλάτος, 1982) και «Ο Άγιος Πρεβέζης και η παπαδιά» (Κ. Καραγιάννης, 1982). Συγχρόνως, θα ανιχνευθούν περαιτέρω διαστάσεις της σχετικής θεματικής στον κωμικό εμπορικό κινηματογράφο με αφορμή τις ανακατατάξεις στη δημόσια σφαίρα μετά την «Αλλαγή» του 1981 (εκκλησιαστικό ζήτημα) αλλά και τις αναδυόμενες τάσεις φανατισμού στην ελληνική εκκλησία. Επιπλέον, θα περιγραφεί η διαχείριση των προβλημάτων που σχετίζονται με τη διαπραγμάτευση θεμάτων που αναφέρονται σε κληρικούς στη διαρκώς ακμάζουσα ελληνική βιντεοπαραγωγή από το 1985 κι έπειτα, η οποία φθάνει έως και τον αφορισμό των ίδιων των σκηνοθετών της εποχής.

Κώστας Κατσάπης

«Θα κλάψουν γυναίκες εξ αιτίας της». Η περίπτωση της ταινίας Εμμανουέλα στη συγκυρία της Μεταπολίτευσης.

Στις αρχές του 1975 η ταινία Εμμανουέλα αποτελεί ένα από τα μεγάλα ζητήματα των ημερών στο περιθώριο των πολύ σημαντικών ζητημάτων που σχετίζονταν με την επάνοδο στη δημοκρατική ομαλότητα. Η γνωστή ερωτική ταινία παιζόταν στους αθηναϊκούς κινηματογράφους και η φήμη που είχε ήδη αποκτήσει στο εξωτερικό δεν προοιωνιζόταν τίποτε το καλό για τους παραδοσιακούς υπερασπιστές της ηθικής. Βεβαίως, οι αντιδράσεις για την ταινία Εμμανουέλα δεν αποτελούν κάτι το καινοφανές για την ελληνική πραγματικότητα, δεδομένου ότι στο πρόσφατο μόλις παρελθόν ανάλογα φαινόμενα είχαν εμφανιστεί τόσο για (θεωρούμενες ως) «άσεμνες» ταινίες όπως το Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι (χειμώνας του 1974), όσο και για ταινίες που κρίθηκαν «προσβλητικές» για την Ορθοδοξία και ικανές να «αποδομήσουν» το ήθος της νεολαίας, όπως το Jesus Christ Superstar (τον Απρίλιο του 1974). Στην ανακοίνωση θα επιχειρηθεί να διαπιστωθούν συνέχειες και τομές της περίπτωσης Εμμανουέλα με έναν corpus επιχειρημάτων που αρθρώθηκε στο πλαίσιο του δικτατορικού καθεστώτος, με σκοπό να διαπιστωθεί αν η τομή της Μεταπολίτευσης συμπαρέσυρε προς μία κατεύθυνση «αριστερή», αποδοχής ή και ανοχής έργων που μέχρι την πτώση του καθεστώτος των συνταγματαρχών θεωρούνταν «επικίνδυνα» και άλλες, πέραν των αμιγώς «πολιτικών», οπτικές και προσεγγίσεις που εκδηλώνονταν στη δημόσια σφαίρα.

Γιώργος Κοκκώνης

Η σχολική μουσική εκπαίδευση, μια ιστορία διαχρονικής λογοκρισίας.

Η εισήγηση εστιάζει στην παρατήρηση και ερμηνεία της εξελικτικής πορείας ένταξης του γνωστικού αντικειμένου «μουσική» στη σχολική εκπαίδευση. Σε πρώτη φάση, ο τρόπος με τον οποίο συγκροτείται το περιεχόμενο και η μεθοδολογία του αποκλείει συστηματικά τις διάφορες εκφάνσεις της εγχώριας μουσικής (λόγια, εκκλησιαστική, λαϊκή) για να επινοήσει ένα corpus αποκλειστικής σχολικής χρήσης. Οι στρατηγικές αυτές, υπαγορευμένες από την προτεραιότητα της εθνικής ενοποίησης και του εξευρωπαϊσμού, προσδιόρισαν εκ των έξω και εκ των άνω το περιεχόμενο της μουσικής διδασκαλίας με βασικό άξονα την «χρήσιμη» και «ηθικοπλαστική» γνώση. Σε δεύτερη φάση, το corpus αυτό εμπλουτίζεται με στοιχεία από τις λαϊκές μουσικές παραδόσεις, αλλά αυστηρά διαμεσολαβημένες μέσω των φίλτρων του εγγραμματισμού, συντηρώντας τα στεγανά της «σχολικής μουσικής» και επιβεβαιώνοντας τον μηχανιστικό χαρακτήρα της μουσικής εκπαίδευσης. Διαμορφώθηκαν έτσι πρακτικές, οι οποίες αποτελούν άτυπες μορφές προληπτικής λογοκρισίας έναντι της υψηλής εμπειρικής μουσικής παιδείας που χαρακτηρίζει (με διαφορετικό τρόπο) τις τοπικές κουλτούρες της Ελλάδας. Η σχολική αντίληψη εκφράζει σήμερα βαθιά εγχαραγμένες νοοτροπίες, στερεότυπα, μυθοποιήσεις και περιοριστικές αντιλήψεις σχετικά με το ρόλο και τη λειτουργία της μουσικής. Αποκλείει συστηματικά τις ζώσες μουσικές που ήταν και είναι διαρκώς σε εξέλιξη έξω από τον αυλόγυρο των σχολείων και των μουσικών εκπαιδευτηρίων. Αποκλείει εν τέλει την ίδια τη μουσική, περιορίζοντάς την μόνο στο ρόλο του εργαλείου που εξυπηρετεί την διδασκαλία άλλων γνωστικών αντικειμένων.

Γρηγόριος Κολύδας

Η λογοκρισία στη γελοιογραφία της Δικτατορίας (1967-1974)

Ο Τύπος αποτελεί για τον ερευνητή της Ιστορίας αστέρευτη πηγή και με δεδομένο ότι το παρελθόν είναι η βάση για την κατανόηση του παρόντος, είναι προφανές πως οι πηγές των μέσων ενημέρωσης διευρύνουν τις δυνατότητες πρόσληψης των ιστορικών γεγονότων. Ο ιστορικός μέσα από την μελέτη των εφημερίδων, οι οποίες από τον 19ο αιώνα αποτελούν μια σπουδαία πηγή αναπαράστασης των συμβάντων και της ατμόσφαιρας μιας εποχής, είναι σε θέση να αποκομίσει χρήσιμα συμπεράσματα. Εκτός από των διαφόρων ειδών άρθρα σε μια εφημερίδα, βασική πηγή πληροφοριών αποτελούν και τα γελοιογραφικά σκίτσα της. Πρόκειται για σατιρικά σκίτσα τα οποία σχολιάζουν την επικαιρότητα και συνάμα προβληματίζουν τον αναγνώστη, μερικές φορές πολύ πιο σωστά και εύληπτα και από το άρθρο του αρχισυντάκτη. Από τον «γύψο» της επταετίας δεν θα μπορούσε να λείπει και το γελοιογραφικό σκίτσο, το οποίο παρά το γεγονός ότι στην αρχή της επταετίας περιορίστηκε δραστικά, λόγω της προληπτικής λογοκρισίας, δεν εξαφανίστηκε. Η ανακοίνωση επιχειρεί να διερευνήσει την προληπτική, όσο και την ολοκληρωτική λογοκρισία την οποία δέχτηκε το πολιτικό σκίτσο της επταετίας 1967-1974. Επίσης θα διερευνηθεί ποια γελοιογραφικά θέματα λογοκρίνονταν και αν τελικά οι γελοιογραφίες τους κατάφερναν να δημοσιευθούν ή όχι στις σελίδες των εντύπων της εποχής. Τέλος θα αναφερθούμε σε δύο ξεχωριστές περιπτώσεις γελοιογραφιών οι οποίες κατάφεραν να ξεφύγουν από τον κλοιό των λογοκριτών βλέποντας τελικά το φώς της δημοσιότητας με τις διηγήσεις του δημιουργού τους, από τις οποίες συνοδεύονται, να μας δίνουν μια αρκετά κατατοπιστική εικόνα για το είδος των υπαλλήλων οι οποίοι επάνδρωναν την Υπηρεσία Λογοκρισίας, τον τρόπο λειτουργίας της τελευταίας αλλά και το πώς βίωναν οι άνθρωποι του Τύπου το καθεστώς της λογοκρισίας. Η έρευνα για την ανεύρεση του πρωτογενούς υλικού έλαβε χώρα στο Αρχείο της Βουλής των Ελλήνων, όπου μέσα από τη μελέτη των εφημερίδων, Το Βήμα, Τα Νέα, Η Βραδυνή και το Έθνος συλλέξαμε πάνω από τριακόσιες πολιτικές γελοιογραφίες από την ταραγμένη περίοδο 1967-1974.

Χριστίνα Κουππή

«Ανθελληνική ταινία χρηματοδότησε η κυβέρνηση!»: Λογοκριτικές παρεμβάσεις στην ταινία Ακάμας.

Από τα πρώτα χρόνια της πορείας του, ο κινηματογράφος βρέθηκε αντιμέτωπος με επαχθείς λογοκριτικές πρακτικές. Η ανάδειξη του σε λαϊκό μέσο ψυχαγωγίας, η αναγνώριση της επίδρασής του καθώς και η ικανότητα του να αποτυπώνει απόκρυφες όψεις της καθημερινότητας αλλά και της ιστορίας ενός λαού τον κατέστησαν προνομικακό πεδίο άσκησης λογοκρισίας. Αλλαγές σε σενάρια, αφαίρεση σκηνών, απαγόρευση διανομής και προβολής συνθέτουν τις κυριότερες επίσημες λογοκριτικές παρεμβάσεις. Θα περίμενε κανείς πως η πτώση αυταρχικών καθεστώτων θα μείωνε τα επεισόδια θεσμικής λογοκρισίας, ενώ η ανάπτυξη του ανεξάρτητου κινηματογράφου θα απελευθέρωνε τους δημιουργούς από τα ασφυκτικά πλαίσια της οικονομικής λογοκρισίας. Παρόλα αυτά, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Η παρούσα μελέτη στοχεύει στις λογοκριτικές παρεμβάσεις που αντιμετώπισε η ταινία Ακάμας του Πανίκου Χρυσάνθου. Η ταινία, η οποία εξιστορεί την πολυτάραχη κυπριακή ιστορία από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 μέχρι και την τουρκική εισβολή, αποτυπώνει μια μελανή σελίδα του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ. Το σενάριο την ταινίας λογοκρίνεται από την πρώτη ανάγνωση του από την αρμόδια αρχή, χωρίς όμως να γίνεται αναφορά στη παραπάνω πράξη. Ο δημιουργός αψηφά τις παροτρύνσεις για την αφαίρεση ή αλλαγή της επίμαχης σκηνής και γυρίζει την ταινία όπως αναφέρεται στο σενάριο. Η πληροφορία για το γύρισμα της σκηνής, πριν ακόμη ολοκληρωθεί η ταινία, προκαλεί αθρόες αντιδράσεις στον ελλαδικό και κυπριακό Τύπο που κάνουν λόγο για «ανθελληνική» και προσβλητική ταινία. Παράλληλα με τον Τύπο, οργανωμένοι φορείς μεσολαβούν ώστε να μην προβληθεί η ταινία. Παρά την δημόσια άρνηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής Κινηματογράφου για επιβολή λογοκρισίας, η έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως, στην οποία κατέφυγε ο σκηνοθέτης, επιρρίπτει ευθύνες για στέρηση ελευθερίας έκφρασης. Το προνόμιο του κινηματογράφου να θίγει ζητήματα ταμπού με στόχο να οδηγήσει σε μια εκ νέου συζήτηση γύρω από μια ιστορική περίοδο, στη περίπτωση του Ακάμα απέτυχε, η δε μελέτη των δημοσιευμάτων καταδεικνύει τα όρια ανοχής της κοινωνίας σε τέτοιου τύπου προσεγγίσεις της ιστορίας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: