Οι Εραστές της Γέφυρας (Les Amants du Pont-Neuf, 1991) του Λεός Καράξ || Κριτικές για την Ταινία, Η Γνώμη των Κριτικών-Αστεράκια

Σκηνοθεσία: Λεό Καράξ
Ηθοποιοί: Ντενίς Λαβάν, Ζιλιέτ Μπινός, Κλάους Μάικλ Γκρούμπερ
Είδος: Δράμα, Αισθηματική
Ημερομηνία Εξόδου: 6 Αυγούστου 2020 (περιορισμένη προβολή, επανέκδοση, Ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια, Bibliotheque, 6 Αυγούστου 2020 )

Αν αγαπάς κάποιον του λες πως ο ουρανός είναι λευκός. Κι αν εγώ απαντήσω, μα τα σύννεφα είναι μαύρα, τότε ξέρουμε ότι αγαπιόμαστε.

Les amants du Pont-Neuf
(1991) on IMDb 7.6/10

ΣΥΝΟΨΗ

Ο απελπισμένος έρωτας μιας ζωγράφου που κινδυνεύει να τυφλωθεί κι ενός νεαρού κλοσάρ, που βρίσκει καταφύγιο σε μια παλιά γέφυρα του Παρισιού.

Μπορεί η αγάπη να αλλάξει τη ζωή των ανθρώπων και να δημιουργήσει έναν άλλο κόσμο; Με φόντο το πανέμορφο Παρίσι και την παλαιότερη γέφυρα της πόλης εκτυλίσσεται η ερωτική ιστορία δύο αστέγων: ενός άντρα και μιας γυναίκας που προσπαθούν να επιβιώσουν στους αφιλόξενους δρόμους της πόλης. Ο Άλεξ, αποτυχημένος καλλιτέχνης του τσίρκου, έχει καταλήξει στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά ενώ η Μισέλ, ζωγράφος, χάνει σιγά-σιγά την όρασή της.

SYNOPSIS En
Alex, who’s homeless and addicted to alcohol, and Michèle, who’s losing her sight, form a relationship while sleeping rough on Paris’s Pont-Neuf bridge.

Set against Paris’ oldest bridge, the Pont Neuf, while it was closed for repairs, this film is a love story between two young vagrants: Alex, a would be circus performer addicted to alcohol and sedatives and Michele, a painter driven to a life on the streets because of a failed relationship and an affliction which is slowly turning her blind. The film portrays the harsh existence of the homeless as Alex, Michele and Hans, an older vagrant survive on the streets with their wits. As they both slowly get their lives back together, Michele becomes increasingly dependent on Alex as her vision deteriorates further. Fearing that Michele will leave him if she receives a new medical treatment Alex attempts to keep Michele practically a prisoner. The streets, skies and waterways of Paris are used as a backdrop to the story in a series of stunning visuals which dominate the film.

Ο έρωτας μπορεί να υπάρχει παντού, ακόμα κι ανάμεσα στους φτωχούς και καταφρονημένους, ανάμεσα σε δύο άστεγους, ανάμεσα σε δύο Εραστές στη γέφυρα.

Αυτός θα βρει σ`αυτήν το πρόσωπο του έρωτα.

Αυτή θα βρει σ`αυτόν το στήριγμα που χρειάζεται για να συνέλθει από τις κακουχίες του δικού της παρελθόντος.

Και για να μην χάσει ο ένας τον άλλο, θα φτάσουν στα άκρα.

Για πολλούς, η καλύτερη γαλλική ταινία της δεκαετίας του ’90.

Η νεαρή Juliette Binoche γίνεται η νέα αγαπημένη μας γαλλική φατσούλα. Ο σκηνοθέτης Léos Carax παρουσιάζει μια διαφορετική, σκληρή ρομαντική ταινία, με εικόνες από τα στέκια των άστεγων και τη ζωή στους δρόμους, μια κάθε άλλο παρά φωτεινή ταινία από την πόλη του φωτός. Η άδεια που είχε πάρει για να χρησιμοποιήσει την αρχαιότερη γέφυρα Pont-Neuf του Παρισιού έληξε γρήγορα καθώς είχε αρκετές καθυστερήσεις στα γυρίσματα. Έτσι κατασκεύασε ένα ομοίωμα της γέφυρας και των γύρω παριζιάνικων κτιρίων σε μια λίμνη, καθιστώντας το έργο ένα από τα πιο ακριβά (στη Γαλλία πάντα) που έγιναν ποτέ.

Χώρα Παραγωγής: Γαλλία

Γλώσσα: Γαλλικά

Έτος Παραγωγής: 1991

Εικόνα: Έγχρωμη

Διάρκεια: 125′

Εταιρείες Παραγωγής: Films A2, Gaumont International, Les Films Christian Fechner

Εταιρείες Διανομής: Bibliotheque (Ελλάδα), Gaumont, Artificial Eye, Nea Kinisi (Ελλάδα, 1996), Miramax

Πρώτη προβολή: 19 Οκτωβρίου 1991 (Γαλλία)

Μανώλης Κρανάκης

Οι Εραστές της Γέφυρας
Les Amants du Pont-Neuf
του Λεός Καράξ
ΚΡΙΤΙΚΗ 01 AUG
10 Στα 10 [5/5]

Η σημαντικότερη γαλλική ταινία της δεκαετίας του ’90, μια από τις πιο παροξυσμικές ερωτικές ιστορίες που αφηγήθηκε ποτέ το σινεμά, ένας σπαραξικάρδιος ύμνος σε όλα όσα (δεν) βλέπουμε και παραμένουν τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή (και το σινεμά). Σε επανέκδοση στις αίθουσες από 6 Αυγούστου 2020.

«Το μόνο που χρειάζεσαι για μια ταινία είναι ένα κορίτσι κι ένα πιστόλι», είχε πει ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ, σε μια – ίσως την πιο ακέραια – από τις θρυλικές ατάκες μέσα στις οποίες φρόντισε από νωρίς να εγκλωβίσει τη μεγάλη ιδέα για ένα σινεμά απλό, ρεαλιστικό, ποιητικό, νουάρ, ανεξάρτητο, σημερινό και κλασικό την ίδια ακριβώς στιγμή.

Κανείς δεν το έκανε καλύτερα (σόρι Ζαν-Λικ…) πραγματικότητα από τον Λεό Καράξ που στην αυγή της δεκαετίας του ’90 υπήρξε πιο αποφασισμένος από ολόκληρη τη nouvelle vague μαζί να φτιάξει την ταινία που θα αποθέωνε οτιδήποτε σήμαινε (και σημαίνει ακόμη και σήμερα) μοντέρνο σινεμά, το Παρίσι, τους αφανείς ήρωες μιας ολόκληρης κοινωνίας, κάθε μικρή η μεγάλη ερωτική ιστορία γεννήθηκε και πέθανε στο σινεμά αφήνοντας ανεξίτηλο το σημάδι της για όλες τις γενιές που θα ακολουθήσουν, από εκεί μέχρι και το τέλος του κόσμου.

Σε μια διαρκή (και σε στιγμές κοσμικών διαστάσεων) σύγκρουση ανάμεσα στο ρεαλισμό και την ποίηση, την επιτήδευση και τον αυθορμητισμό, την αλήθεια της ζωής και αυτή του σινεμά που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί παρά να είναι τεχνητή, οι «Εραστές της Γέφυρας» φέρουν το βάρος της ίδιας τους της παραγωγής ενσωματωμένης μέσα στην «με κομμένη την ανάσα» αναδίπλωσή τους σαν ένα φιλμικό ποίημα που στίχο με το στίχο ξεχνάει τις ρίμες και την ομοιοκαταληξία, χάνει ακόμη και το ίδιο του το νόημα για να αποδεσμευτεί από οποιαδήποτε σύμβαση, κάθε κανόνα και να σταθεί σαν ένα μνημείο ελευθερίας (ειρωνικά και ισότητας και αδελφοσύνης…), μια γιορτή του σινεμά και της ζωής μαζί με το hangover που αφήνει ένα ξενύχτι όπου τα έκαψες όλα, σαν να μην υπήρχε αύριο.

Οι «Εραστές της Γέφυρας» ξεκίνησαν ως μια μικρή ταινία, μια φυσική συνέχεια της ιλιγγιώδους (σε δημοφιλία) φιλμογραφίας του Λεός Καράξ που είχε ξεκινήσει με το «Boy Meets Girl» του 1984 και συνεχίστηκε με το «Mauvais Sang» του 1986 – με αυτήν την ταινία να αποτελεί εκ των υστέρων μια μείξη και των δύο αφού ένα αγόρι συναντά ένα κορίτσι και μαζί προσπαθούν να βρουν έξοδο κινδύνου και αγάπης σε ένα δυστοπικό Παρίσι – με μοναδικη διαφορά πως εδώ όλα συμβαίνουν επί 1000 σε ένταση και απόηχο.

Η ταινία, με αρχικό κόστος κάτι σαν 9 εκατομμύρια φράγκα (περίπου 1.5 εκατομμύριο ευρώ) θα γυρίζοταν αρχικά σε ασπρόμαυρο με Super 8, με κεντρικό σκηνικό τη γέφυρα Pont-Neuf του Παρισιού, με τα γυρίσματα να μοιράζονται ανάμεσα στα πρωινά που θα γίνονταν στην ίδια τη γέφυρα και τα νυχτερινά που θα γίνονταν σε μια ρέπλικα της γέφυρας που θα κατασκεύαζε ο υπεύθυνος για τα σκηνικά της ταινίας, Μισέλ Βαντεστάιν, ανεβάζοντας τον προϋπολογισμό ήδη σε ακόμη 5 εκατομμύρια φράγκα. Σε μια Γαλλία που ανέκαθεν φρόντιζε η πόλη να αποτελεί το φυσικό σκηνικό του κινματογράφου της, ο δήμαρχος τότε του Παρισιού (με παρέμβαση και από το Υπουργείο Πολιτισμού με επικεφαλής τότε τον Ζακ Λανγκ), έδωσε στην παραγωγή τη Γέφυρα Pont-Neuf για γυρίσματα από τις 15 Ιουλίου μέχρι και τις 15 Αυγούστου, την εποχή δηλαδή που θα ήταν κλειστή για επισκευές. Λίγες ημέρες όμως πριν την έναρξη των γυρισμάτων, ο πρωταγωνιστής Ντενί Λαβάν χτύπησε το χέρι του και έτσι τα γυρίσματα καθυστέρησαν.

Ο Καράξ (που δεν υπήρχε περίπτωση να αντικαταστήσει τον Λαβάν, τον μοναδικό Αλεξ όλων των Αλεξ του σινεμά, όπως, είμαστε σίγουροι, θα προτιμούσε να μη γίνει η ταινία αν η Μισέλ δεν ήταν η Ζιλιέτ Μπινός και μόνο) ξεκίνησε να γυρίζει σκηνές που δεν απαιτούσαν την πλήρη παρουσία του Λαβάν και δεν διαδραματίζονταν στη Γέφυρα, αλλά η ασφαλιστική εταιρία πίεζε την παραγωγή για συνθήκες που θα εξασφάλιζαν τη βιωσιμότητα σκηνικών, συντελεστών και επένδυσης. Η εταιρία αποσύρθηκε τελικά, παραδίδοντας το πρότζεκτ στα βαθιά νερά της αβεβαιότητας, ενώ είχαν γυριστεί μόνο 25 λεπτά ωφέλιμου υλικού. Τον Ιούνιο του 1989, με το σκηνικό της Γέφυρας που είχε φτιαχτεί να έχει πλέον καταρρεύσει, οι δύο βασικοί χρηματοδότες της ταινίας, ο Ελβετός Φράνσις Βαν Μπιούρεν και ο παραγωγός Φιλίπ Βινιέτ έδωσαν ακόμη 18 εκατομμύρια φράγκα (το συνολικό budget πλησίαζε πλέον τα 80 εκατομμύρια φράγκα – πάνω από 12 εκατομμύρια ευρώ) που ευτυχώς ήταν αρκετά για να γυριστούν οι απαιτητικές σκηνές της σκηνές του εορτασμού των 200 χρόνων από την Γαλλική Επανάσταση.

Θα ξοδεύονταν ακόμη 80 εκατομμύρια φράγκα για να ολοκληρωθεί η ταινία – με το παρασκήνιο γύρω από την παραγωγή της να τυλίγεται μέσα στις δεκατίες από ένα σύννεφο φημών και αποκαλύψεων και κυριότερα σημεία την επιβολή ενός happy end που ο Καράξ δεν είχε στο αρχικό σενάριο (και που αρνείται ακόμη και σήμερα ότι το επιβλήθηκε), αλλά κυρίως τη «μεταμόρφωση» του ήδη τρομερου παιδιού του γαλλικού σινεμά στον απόλυτο σταρ μιας ολόκληρης (ευρωπαϊκής και δη, βεβαίως, γαλλικής) βιομηχανίας που ηθελημένα, αθέλητα, δεν έχει καμία σημασία, άφησε το σημάδι του ως ένας ζωντανός μύθος, ιδιότητα που για καλό ή για κακό του θα τον ακολουθούσε για πάντα.

Κι όμως, κλείνοντας τα μάτια στο παρασκήνιο και ανοίγοντας το βλέμμα στο… σινεμά, οι «Εραστές της Γέφυρας» είναι στ’ αλήθεια μια μικρή ταινία. Είναι η ιστορία του Αλεξ που ζει στην Γέφυρα Pont-Neuf, βγάζει χρήματα από τα πλανόδια ακροβατικά του και δεν μπορεί να κοιμηθεί παρά μόνο αν ο μεγαλύτερος του, άστεγος κι αυτός, Χανς τον προμηθεύσει με τη δόση του με το υπνωτικό. Είναι η ιστορία της Μισέλ, μιας ζωγράφου που χάνοντας σταδιακά την όραση της, θα βρει καταφύγιο στη Γέφυρα, μαζί με τη γάτα της, Λουιζιάνα, και θα μάθει τον Αλεξ να κοιμάται ανά πάσα στιγμή όπως η ίδια χωρίς να παίρνει ναρκωτικά. Είναι η ιστορία του Αλεξ που θα ερωτευτεί τη Μισέλ και μαζί θα οργανώσουν τη δική τους Επανάσταση απέναντι σε κάθε κοινωνική σύμβαση και κάθε ιδέα κομφορισμού που σε ένα άλλο παραμύθι, με έναν άλλο αφηγητή και μια άλλη εποχή δεν θα τους έβρισκε ποτέ μαζί. Είναι η ιστορία δύο παιδιών που μετατρέπουν μια ολόκληρη πόλη στο προσωπικό τους παιδότοπο, φτιάχνοντας από την αρχή το δικό τους χάρτη «θησαυρού», το δικό τους soundtrack (ένα ρεμιξ που χωράει από τον Σοστακόβιτς μέχρι τους Les Rita Mitsouko και τον Ντέιβιντ Μπόουι), τη δική τους πατρίδα, χτισμένη πάνω στη λεπτή γραμμή που χωρίζει πάντα μια γέφυρα από το νερό που περνάει από κάτω της. Είναι η μικρή, όμως αρχετυπική και άρα μεγαλύτερη κι από τον κόσμο όλο, ιστορία ενός αγοριού, ενός κοριτσιού, ναι, κι ενός πιστολιού που πρωταγωνιστούν σε μια ταινία που γυρίζεται μόνο με αυτούς, μόνο γι’ αυτούς.

Μια ταινία τόσο σκληρή που όταν δεν αντέχει το ρεαλισμό γύρω της γίνεται ό,τι πιο τρυφερό έχεις δει ποτέ σου, χωρίς ποτέ να ξεχνάει πως η μεγάλη συνάντηση της πραγματικότητας του κόσμου και της πραγματικότητας που εσύ φτιάχνεις για τον εαυτό σου συμβαίνει πάντα τη στιγμή που νομίζεις ότι όλα έχουν τελειώσει. Ο Καράξ δεν τοποθετεί τυχαία την ιστορία του πάνω στους εορτασμούς των 200 χρόνων από την Γαλλική Επανάσταση (σε μια από τις ωραιότερες σκηνές στην ιστορία του σινεμά), ούτε το Παρίσι του είναι τυχαία πιο δυστοπικό κι από ανώνυμες πόλεις σε βιβλία φτηνής λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας των 50s. Το τείχος του Βερολίνου έχει πέσει, το όνειρο του σοσιαλισμού έχει αρχίσει να απογοητεύει οικτρά, το AIDS είναι πλέον μια ανεξέλεγχτη πανδημία, τα 80s έχουν αποδώσει τους καρπούς της μετα-πανκ ματαιόπονης ασυδοσίας τους και οι μοναδικοί άνθρωποι που μπορούν να επιβιώσουν είναι αυτοί που γνωρίζουν, όπως ο Αλεξ, τον τρόπο να σβήνουν και να ανοίγουν τα φώτα στην πόλη του Φωτός.

Το Παρίσι τους ανήκει, ακριβώς επειδή δεν τους ανήκει τίποτε άλλο. Απόκληροι μιας ζωής που δεν μπορεί πια να τους «δείξει» την πραγματικότητα, ο Αλεξ και η Μισέλ γίνονται από την αρχή οι πρωτόπλαστοι εν αναμονή του δικού τους Παραδείσου. Οι ιστορίες του πώς έφτασαν εκεί είναι γεμάτες από απώλειες, λάθη, κακές επιλογές, μικρές και μεγάλες τραγωδίες. Και οι ιστορίες που φτιάχνουν εκεί, σε ένα υπαίθριο playroom είναι εν δυνάμει ο νέος κόσμος που όλοι περιμένουν.

«Μια ελπίδα», θα αναφωνήσει η Μισέλ όταν θα μάθει πως υπάρχει τρόπος να σώσει την όραση της. Μια ελπίδα που ο Αλεξ της κρύβει γιατί θα προτιμούσε να μην υπάρξει ποτέ επειδή μόνο έτσι μπορεί να είναι για πάντα τα μάτια της.

«Μια ελπίδα» μοιάζει να αναφωνεί και ο Λεός Καράξ, για έναν κόσμο που οφείλει να επαναδιαπραγματευτεί κάθε φορά που είναι ανάγκη τα περί ελευθερίας, ισότητας και αδελφοσύνης και για ένα σινεμά που αφήνει οριστικά πίσω του τη nouvelle vague για να ξαναπιάσει τα βασικά (λιγότερο «Με Κομμένη την Ανάσα» και Τριφό, περισσότερο «Παιδιά του Παραδείσου» και Τσάρλς Τσάπλιν) και από εκεί να επιστρέψει οριστικά στην πρωταρχική αποστολή του: να δείξει όλα αυτά που δεν μπορούμε, φοβόμαστε ή κάποιος, ακόμη κι αν το κάνει από υπερβολική αγάπη, μας εμποδίζει να δούμε.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης  [3/5]

* Οι εραστές της γέφυρας

Les amants du Pont-Neuf. Γαλλία, 1991. Σκηνοθεσία-σενάριο: Λεός Καράξ. Ηθοποιοί: Ζιλιέτ Μπινός, Ντενίς Λαβάντ, Κλάους-Μίκαελ Γκρούμπερ. 125’

Τη διάσημη γέφυρα του Παρισιού, που τότε είχε κλείσει για επισκευές, εκτυλίσσεται η βουτηγμένη σε ένα «νουβελβαγκικό» ρομαντισμό, ταινία, και μια από τις καλύτερες, του Λεός Καράξ («Η δική μας νύχτα», «Holy Motors»).

Ο Γκοντάρ δεν βρίσκεται μακριά από αυτό τον σχεδόν τρελό έρωτα ανάμεσα σε ένα μέθυσο, street performer, νέο, τον Άλεξ (Ντενίς Λαβάντ), και μια καλλιτέχνιδα, τη Μισέλ (μια νεαρή, εξαιρετική Ζιλιέτ Μπινός) που σταδιακά χάνει την όραση της. Δυο άστεγους νέους που ζουν στην, εδώ και χρόνια κλεισμένη για επισκευές, γέφυρα (η ταινία κόστισε πολύ γιατί ο Καράξ αναγκάστηκε να ξαναφτιάξει τη γέφυρα σε ξεχωριστό ντεκόρ), όπου έχουν βρει άσυλο κι άλλοι άστεγοι, και την οποία «διευθύνει» ένας αλήτης, ο Χανς (Κλάους-Μίκαελ Γκρούμπερ), που προσπαθεί να διώξει τη Μισέλ από τη γέφυρα.

Έρωτας ριψοκίνδυνος αλλά και καταδικασμένος (στο μυαλό του, ο Καράξ, όπως παραδέχτηκε, είχε την «Αταλάντη» του Βιγκό), με τον Άλεξ να αποφεύγει να βοηθήσει τη Μισέλ να ξαναβρεί το φως της, για να μπορεί έτσι να την κρατήσει κοντά του, και με τους δυο τους να ζουν με τα λεφτά που βγάζουν, από τον Άλεξ να καταπίνει φωτιές και από τους τουρίστες που κλέβει η Μισέλ, βάζοντας ναρκωτικά στα ποτά τους.

Με ένα νευρώδες στιλ, με γρήγορες, κοφτές αλλαγές στο μοντάζ και εντυπωσιακή χρήση των χρωμάτων, ο Καράξ αφηγείται το ρομαντικό έρωτα του ζευγαριού του, αποσπώντας εξαιρετικές ερμηνείες από τους τρεις πρωταγωνιστές του (ιδιαίτερα τη νεαρή τότε, πριν τα διάφορα διεθνή βραβεία της, Ζιλιέτ Μπινός) και φτιάχνοντας εντυπωσιακές σκηνές, όπως εκείνη με τους εραστές να κλέβουν ένα αστυνομικο σκάφος και να διασχίζουν τον Σηκουάνα, ή να χορεύουν στροβιλίζονται παθιασμένα στη γέφυρα, με τα πυροτεχνήματα να φωτίζουν τον ουρανό, τη βραδιά της επετείου των 200 χρόνων της Γαλλικής Επανάστασης.

Χρήστος Μήτσης [4/5]

Οι Εραστές της Γέφυρας

Από – 

Μια από τις πιο πολύπαθες ταινίες του σύγχρονου γαλλικού σινεμά, οι «Εραστές της Γέφυρας» αποδείχτηκαν ήδη από την αρχή μια κινηματογραφική περιπέτεια χωρίς καμιά αίσθηση του μέτρου. Διαδοχικές υπερβάσεις προϋπολογισμού, σημαντικότατες καθυστερήσεις γυρισμάτων και σπατάλη χειρονομιών, συναισθημάτων, χρωμάτων και αφηγηματικής ενέργειας που σπάνια συναντά κανείς στη μεγάλη οθόνη. Magnum opus του υπερφιλόδοξου Λεός Καράξ («Η Δική μας Νύχτα», «Holy Motors»), απαθανατίζει την παθιασμένη ερωτική σχέση δύο αστέγων, του εθισμένου στις ουσίες Αλέξ και της Μισέλ, η οποία χάνει σταδιακά την όρασή της, πάνω στην αρχαιότερη γέφυρα του Παρισιού.

Ένα ιστορικό μνημείο, μια σύγχρονη μεγαλούπολη, μια διαχρονική ιστορία και μια βρόμικα ρεαλιστική, καθαρά σωματική προσέγγιση στο μύθο του τρελού έρωτα. Ανοικονόμητος και παρορμητικός, ο Καράξ παρασύρει τα πάντα σε έναν χωρίς φρένο και χωρίς αυτοσυγκράτηση μεθυστικό χορό ξέφρενων εικόνων, παθιασμένων όσο και οι αυτοκαταστροφικοί ήρωές του. Έτσι, η εξεζητημένη βιρτουοζιτέ του μετατρέπεται σε σπαρακτική χειρονομία και η διηγηματική υπερβολή του σε λυρική εξομολόγηση, αναδεικνύοντας τους «Εραστές της Γέφυρας» στο θεαματικότερο ρομάντζο του σύγχρονου ευρωπαϊκού σινεμά.

Γαλλία. 1991. Διάρκεια: 125΄. Διανομή: BIBLIOTHEQUE.

oi erastes tis gefyras galliko

Κωνσταντίνος Καϊμάκης [4/5]

Ο τραγικός έρωτας δύο κλοσάρ στο σύγχρονο Παρίσι που ετοιμάζεται να γιορτάσει τα 200 χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση, έχει ως βάση του την υπό ανακατασκευή παλιά γέφυρα του Pont Neuf που φιλοξενεί αστέγους κι ετοιμάζεται για τις εορταστικές εκδηλώσεις.

The Lovers on the Bridge (Les Amants du Pont Neuf)

Ακόμη κι εκείνοι που δεν τρελαίνονται με το σινεμά του Λεό Καράξ αναγνωρίζουν τους «Εραστές» ως μια από τις πιο σημαντικές στιγμές του αντισυμβατικού και ασυγκράτητου έργου του. Μια ερωτική ιστορία –έστω και απελπισμένη ή κατάμαυρη– με φόντο το ρομαντικό και λαμπερό Παρίσι είναι από μόνη της μια παράδοξη συνθήκη που αξίζει να επισημανθεί. Ο σκηνοθέτης μέσω της σκληρής εικόνας θέτει ερωτήματα βαθιά ανθρώπινα και ουσιαστικά. Οι απόκληροί του, τούτοι οι σύγχρονοι Άθλιοι, είναι άνθρωποι που κάποτε είχαν φυσιολογικές ζωές. Η μουσικός, ο φύλακας, ο οικογενειάρχης ήταν άνθρωποι που είδαν κάποια στιγμή τη ζωή τους να αλλάζει και σταδιακά να καταστρέφεται. Ο αυθεντικός συναισθηματισμός του σεναρίου δεν επηρεάζει την ορθή κοινωνικοπολιτική κρίση και την ανυπέρβλητη ειρωνεία για τον εφησυχασμό των «κανονικών» ανθρώπων. Η σαρωτική παρουσία του Ντενί Λαβάν δίπλα στο ανθρώπινο ναυάγιο της μισότυφλης ζωγράφου της Μπινός προσθέτει στη φαρέτρα του σκηνοθέτη ένα σπάνιο όπλο το οποίο έκτοτε δεν θα εγκαταλείψει σχεδόν ποτέ καθώς Καράξ και Λαβάν θα συνεχίσουν για καιρό την ασυμβίβαστη κοινή πορεία.

Ηλίας Φραγκούλης [5/5]

ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΓΕΦΥΡΑΣ (1991)

(LES AMANTS DU PONT-NEUF)

  • ΕΙΔΟΣ: Ρομαντικό Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Λεός Καράξ
  • ΚΑΣΤ: Ζιλιέτ Μπινός, Ντενί Λαβάν, Κλάους-Μίχαελ Γκρούμπερ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 125′
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: BIBLIOTHEQUE

Αγόρι ερωτεύεται «τυφλά» κορίτσι. Κορίτσι χάνει (σιγά-σιγά) το φως του. Θα δει άσπρη μέρα αυτή η αγάπη;

Η ζωή είναι μία. Μα, μερικές φορές μας ξεχνά. Δεν θέλει να μας αφήνει να γίνουμε πρωταγωνιστές της. Μονάχα μας παρακολουθεί, λες κι αυτή τα έχει ορίσει όλα από πριν και είναι ο μεγάλος θεατής του βίου μας. Ενός βίου που μας χαρίζεται, μεν, καθόλου δίκαια, δε. Με αυτά τα υποκειμενικά πλάνα, μιας καθημερινότητας που τρέχει γύρω μας και αγκομαχάει να συγκρατήσει τις εικόνες των στιγμών μας, ξεκινούν οι «Εραστές της Γέφυρας». Ένα όχημα, με το γκάζι πατημένο, περνά πάνω από το πόδι του ξαπλωμένου στην άσφαλτο Αλέξ και, λίγα χιλιόμετρα παρακάτω, μόλις που του διαφεύγει η Μισέλ. Λες και η μοίρα κάτι θέλει να μας πει γι’ αυτούς τους δυο…

Απόκληροι της ζωής, ο Αλέξ και η Μισέλ θα ξανασυναντηθούν στην παλαιότερη γέφυρα του ποταμού Σηκουάνα, στο Παρίσι. Είναι το προσωρινό σπιτικό τους, για όσον καιρό θα βρίσκεται κλειστή για έργα αναστήλωσης. Εκεί, φυγαδευμένοι σαν σε μια «συνοριακή» γραμμή που τους κρατά προστατευμένους και μακριά από το «αγριεμένο πλήθος», θα δοκιμάσουν ν’ αφήσουν πίσω τους τα τραύματα του πριν και ν’ αγαπηθούν. Σαν μια κουκίδα χαμένη, μέσα σ’ έναν κόσμο όπου η ζωή έχει συνηθίσει τους ανθρώπους να ξεχνούν τι θα πει τρυφερότητα, να ξεχνούν να ζητάνε τον έρωτα, να ξεχνούν να μπορούν… τα πάντα.

Από το τίποτα, ο Λεός Καράξ μας παραδίδει ένα αγέραστο παραμύθι για την πρώτη φορά της αγάπης, που δεν επιτυγχάνει τον στόχο της απαραίτητα, που… δεν βλέπει μπροστά της, που μπορεί να θέλει να σου… βγάλει το μάτι, που μπορεί να σε αντιμετωπίζει σαν θεατή μονάχα, που μπορεί να σε τραυματίζει ή να σε ανεβάζει στα ύψη την ίδια στιγμή. Ο Καράξ σκηνοθετεί με τρόπο που δεν μπορεί να σε κάνει να ξεχάσεις αυτό που θα δεις! Μανιασμένες εικόνες, στιγμιότυπα αλήθειας, δυστυχίας και ανθρώπινου πόνου, ένα mash-up από ήχους και μουσικές, βεγγαλικά που κάνουν τη νύχτα μέρα κι ακόμη πιο λυρική, ματιές που χάνονται μέσα στην ταχύτητα των ρυθμών της πόλης – τα πάντα μπερδεύονται με μία νεανική «ανευθυνότητα» ζωντάνιας και ανεπιτήδευτη καθαρότητα.

Πέρα από την αυστηρά καλλιτεχνική σημασία του φιλμ, οι «Εραστές της Γέφυρας» αποτελούν και ένα από τα πιο «καταραμένα» projects στην ιστορία του γαλλικού κινηματογράφου, που από θαύμα (και με αδιανόητα χρέη πίσω του) κατάφερε να ολοκληρωθεί, όταν οι παραγωγοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την ομώνυμη γέφυρα (του original τίτλου) και να χτίσουν μία κανονική ρέπλικά της (σε μία λίμνη κοντά στο Μονπελιέ), βλέποντας τον προϋπολογισμό να ξεφεύγει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, θυμίζοντάς μας τις περιπέτειες που είχε ο Ζακ Τατί όταν ονειρεύτηκε να δημιουργήσει μια ολόκληρη πόλη έξω από το Παρίσι, για τις ανάγκες των γυρισμάτων του «Playtime» (1967). Από έρωτα τα έπαθαν, ήταν τόσο προφανές!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Φιλμικό μνημείο που δύσκολα περιγράφεται με λόγια, οι «Εραστές της Γέφυρας» παραμένουν η πιο διάσημη ταινία του Λεός Καράξ, διατηρώντας ανέπαφη τη δύναμη της κινηματογραφικής τους γλώσσας, μέχρι και σήμερα. Είναι κυριολεκτικά ασύλληπτο, το να πιστέψεις ότι πέρασαν σχεδόν τρεις δεκαετίες από την πρώτη τους θέαση! Δεν την είχαν δει και… ορδές λαού τότε, οπότε αξίζει η εμπειρία της μεγάλης (και πιο ερωτεύσιμης γι’ αυτές τις εικόνες) οθόνης. Προσοχή, όμως. Το έργο απευθύνεται σε θεατές που σέβονται την κινηματογραφική Τέχνη και έχουν ματιά, ψυχή κι αισθητική. Οι «τουρίστες» ας αναζητήσουν κάτι σκέτα ψυχαγωγικό κάπου αλλού…

 

Οn l i n e (διαδικτυακά) και Δια Ζώσης Σεμινάρια Κινηματογράφου 2020 !!

Συμπληρώστε τη δήλωση ενδιαφέροντος:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: