ΜΕΡΕΣ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, του Γιάννη Φραγκούλη

LASKAREOS_ «Docville-Λασκάρεως 99, Αθήνα»

Αν θέλαμε να αναφερθούμε στο 13ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, με δύο λόγια θα λέγαμε ότι σημείωσε αυτή τη χρονιά την επιτυχία που του ευχόμαστε, όσοι ασχολούμαστε με αυτό το κομμάτι του κινηματογράφου που λέγεται κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ. Η μεγαλύτερη επιτυχία του έγκειται στο γεγονός ότι έγινε αυτό το Φεστιβάλ, με δεδομένο την κρίση που, στο βωμό της, θυσιάζονται όλες οι πολιτιστικές αξίες, λες και θέλουμε να καταστρέψουμε την ιστορία και τον πολιτισμό μας.

Οι ταινίες που προβλήθηκαν ήταν πολλές, πάνω από 200. Δεν έχει σημασία όμως πόσες είναι οι ταινίες αλλά η ποιότητα και το μήνυμα που αυτές μας κοινωνούν. Το ντοκιμαντέρ έχει παραγωγό κυρίως την τηλεόραση και ο λόγος του θα είναι τηλεοπτικός, εκτός βέβαια από αυτά τα έργα που θέλουν να ξεχωρίσουν. Αυτά τα τελευταία όμως είναι τα λιγότερα και είναι πολύ δύσκολο να βρίσκονται αποκλειστικά και μόνο σε ένα Φεστιβάλ αυτές οι ταινίες που είναι πραγματικά κινηματογραφικές.

Ας διευκρινίσουμε αυτό που θέλουμε να πούμε. Ο κινηματογραφικός από τον τηλεοπτικό λόγο διαφέρει πάρα πολύ. Στον τελευταίο έχουμε μια αναφορά από την οποία απουσιάζει ο ανείπωτος λόγος, αυτό που υπονοεί και δίνει την ευκαιρία στη φαντασία να αναπτυχθεί. Αντίθετα στον κινηματογραφικό έχουμε αυτά τα στοιχεία που δίνουν την πρώτη ύλη για να αναπτυχθεί το φαντασιακό και να παραχθεί ένα καλλιτεχνικό έργο, σε επίπεδο της μεταθέασης. Αν, λοιπόν, αυτό το Φεστιβάλ περιόριζε την επιλογή του στα κινηματογραφικά ντοκιμαντέρ θα απέκλειε τις περισσότερες ελληνικές εργασίες. Κατά συνέπεια, δεν μπορούμε να αναφέρουμε ότι το μεγάλο ποσοστό τηλεοπτικών εργασιών είναι ένα μειονέκτημά του, πόσο μάλλον όταν πολλές από τις ξένες ταινίες ήταν επίσης τηλεοπτικές.

Θα αναφερθούμε λοιπόν σε κάποιες ταινίες που ξεχώρισαν και όχι αναλυτικά σε αυτές που είδαμε στο μαραθώνιο των προβολών που κάναμε αυτές τις μέρες, από τις 11 έως τις 20 Μαρτίου 2011. Με αυτό τον τρόπο θα δώσουμε ένα δείγμα του χαρακτήρα του Φεστιβάλ και θα μπορέσουμε να σκιαγραφήσουμε την εικόνα της χρησιμότητάς του στο ελληνικό κινηματογραφόφιλο και καλλιτεχνικό κοινό.

Θα ξεκινήσουμε με μια ιταλική παραγωγή, «Γράμματα από την έρημο» (2010), της Μικέλα Οκιπίντι. Εδώ η σκηνοθέτης διαπραγματεύεται τις αξίες σε δύο διαφορετικούς κόσμους, στη Δύση και στην Ανατολή. Ο Χάρι είναι ταχυδρόμος στην Ινδία. Κάθε μέρα παίρνει τα γράμματα που θα πρέπει να τα μοιράσει σε απομακρυσμένα χωριά. Πολλές φορές τα διαβάζει στους αγράμματους παραλήπτες. Αυτά που φέρνουν κακά νέα καταστρέφονται, γίνονται κομμάτια και ο άνεμος τα διασπείρει, γιατί τα κακά νέα θα πρέπει να καταστρέφονται. Μια ποιητική θεώρηση του ανατολίτικου τρόπου ζωής, αποδιδόμενου με πολύ όμορφο τρόπο. Η αφήγηση λειτουργεί σα μια κριτική στην αλλοτρίωση του ανθρώπου στη δυτική κοινωνία.

Από τις ΗΠΑ θα έρθει η αποδόμηση της πόλης. Ο Τομ Τζάρμους θα σκηνοθετήσει την ταινία «Μερικές φορές η πόλη» (2010). Οι μικρές ιστορίες στις οποίες αναφέρεται λειτουργούν σα μικρές εικόνες που φτιάχνουν ένα παζλ. Αυτό είναι η αμερικάνικη μεγαλούπολη. Αυτά τα αφηγηματικά κομμάτια θα μπορούσαν να είναι βιντεοσκοπημένα ημερολόγια, προσωπικές μαρτυρίες ανθρώπων που χρησιμοποιούν τον αστικό χώρο. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η κίνηση της κάμερας, οι κάπως κουνημένες εικόνες που μας δίνουν ακριβώς αυτή την αίσθηση της προσωπικής κατάθεσης.

Με τον ίδιο τρόπο η Κατερίνα Πατρώνη δομεί μια εικόνα της σύγχρονης Αθήνας. «Docville-Λασκάρεως 99, Αθήνα» είναι μια ταινία που θα μπορούσε να ενταχθεί στο direct cinema. Εκ πρώτης όψεως, το μοντάζ δεν υπάρχει. Όσο εξελίσσεται η αφήγηση βλέπουμε ότι οι προσωπικές αφηγήσεις των ανθρώπων της γειτονιάς έχουν μονταριστεί με τέτοιο τρόπο που φτιάχνουν μια ενιαία εικόνα, αυτή της Αθήνας που πεθαίνει στην αδιαφορία και στο απρόσωπο τρόπο ζωής στη σημερινή πόλη. Η σκηνοθέτης, με ελάχιστα μέσα φτιάχνει ένα ρεαλιστικό πίνακα όπου ελλοχεύει το φαντασιακό, αυτό που μεταφράζει πολύ δυνατά το πραγματολογικό. Έτσι έχουμε τη μετάφραση της πραγματικότητας που θα μας μιλήσει πιο ρεαλιστικά από ένα στεγνά ρεαλιστικό έργο.

Για την οικογένεια θα μιλήσουν δυο ταινίες. Η πρώτη είναι αυτή των Μίκαελ Βίστρεμ και Αλμπέρτο Χέρσκοβιτς, «Οικογένεια» (2010). Εδώ έχουμε μια οικογένεια στο Περού που προσπαθεί να επιβιώσει. Ο δείκτης της επικείμενης καταστροφής της είναι η Νάτι που θέλει να πάει στην Ισπανία για να αναζητήσει έναν διαφορετικό τρόπο ζωής. Μετά από δύο χρόνια απουσίας της, θα ανακαλύψει, όταν θα επιστρέψει, ότι επικρατεί η αναστάτωση, ενώ και η ίδια έχει αλλάξει. Οι σκηνοθέτες χρησιμοποιούν τη δραματοποίηση για να δώσουν ρυθμό στην αφήγηση, να μεταφράσουν την πρωτογενή ύλη σε ένα προσωπικό έργο όπου οι ίδιοι άνθρωποι «παίζουν» τους εαυτούς τους. Με έναν ανάλογο τρόπο στην ταινία «Οικογενειακό ένστικτο» (2010), του Αντρις Γκαούγια, έχουμε την προσωπική αφήγηση ενός εγκληματία, που ασέλγησε στο ίδιο το παιδί του. Τα γράμματά του μας βάζουν μέσα στον ψυχικό του κόσμο και είναι μια εικόνα των νευρώσεων του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου. Τα θραύσματα της ιστορίας τίθενται με τέτοιο τρόπο που σε καλούν να τα ενώσεις για να φτιάξεις την εικόνα, να συμμετάσχεις σε αυτό το παιχνίδι που είναι η ταινία.

Ενδιαφέρον θέμα είναι η εμπορευματοποίηση της ζωής και του θανάτου του ανθρώπου. «Ο νέος άγιος» (2010), η ταινία του Άλαρντ Ντέτιχερ μας βάζει σε αυτή την προβληματική. Ο νεαρός στρατιώτης έχει σκοτωθεί και, όχι μόνο τιμάται όπως του αξίζει, αλλά δοξάζεται σα να ήταν ένας άγιος. Η ρωσική κυβέρνηση και η μητέρα του έχουν ανάγκη να κλέψουν από τη δόξα του για να επιβιώσουν, ο καθένας για το δικό του λόγο. Η ταινία δείχνει αυτό το πολύ σοβαρό θέμα με τον πιο απλό τρόπο, έτσι ξεσηκώνει τη μεγαλύτερη οργή του κοινού. Αν μείνουμε στο πρώην ανατολικό μπλογκ, τότε θα πάμε σε μια πολύ όμορφη ταινία για το Νικολάε Τσαουσέσκου, φυσικά από τη Ρουμανία. Η ταινία του Αντρέι Ουζίκα, «Η αυτοβιογραφία του Νικολάε Τσαουσέσκου» (2010), μοντάρει τα επίκαιρα της τηλεόρασης και του κινηματογράφου, από τότε που ο Τσαουσέσκου ανέλαβε τα καθήκοντα του ηγέτη στη χώρα του μέχρι το θάνατό του, μετά την ανατροπή του. Το μοντάζ δένει τόσο καλά αυτό το υλικό έτσι ώστε να μη χρειάζεται αφήγηση από αόρατο αφηγητή και το όλο οικοδόμημα να είναι ολοκληρωμένο και σαν κείμενο εύληπτο.

Θα μείνουμε όμως στη Ρουμανία για να ανακαλύψουμε τη δυναμική αυτής της κινηματογραφίας, ακόμα μια φορά. Συγχρόνως μπαίνουμε ξανά στο ίδιο ερώτημα: ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και στη μυθοπλασία; Στην ταινία πρωταγωνιστούν οι άνθρωποι του βουνού που μιλούν για τη ζωή τους σε αυτό το μέρος. Απουσιάζουν τα εξωαφηγηματικά στοιχεία και θα μπορούσε να ήταν κάλλιστα μια ταινία μυθοπλασίας. Το γεγονός ότι δεν έχουμε ηθοποιούς αλλά ανθρώπους που ζουν από πρώτο χέρι αυτές τις καταστάσεις, για αυτό το λόγο μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε ντοκιμαντέρ. «Ο κόσμος σύμφωνα με τον Ιον Μπ.» (2008-2009), του Αλεξάντερ Νανάου, μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι και μια πραγματεία για την αγροτική ζωή στη Ρουμανία, για αυτό το κομμάτι του κόσμου. Φτάνουμε έτσι από το πραγματολογικό στο ιδεολογικό με πολύ απλούς τρόπους κινηματογράφησης και με τον πλέον απλό τρόπο μοντάζ.

Στην ίδια λογική βρίσκεται και ο Τίτους Φασίνα, οποίος με την ταινία «Κοντά στον ουρανό» (2010) μιλά με συμβολικό τρόπο μιλά για τη ζωή των βοσκών στην ορεινή Ευρώπη. Ο βιωματικός χρόνος αφήγησης μας αναγκάζει να φύγουμε από τον κινηματογράφο και να μπούμε μέσα στη ζωή που, πλέον, θα τη δούμε με ένα διαφορετικό μάτι. Στη γειτονική μας Βουλγαρία η Νίκη Τζαβέλα θα κάνει την ταινία «Ξενοδοχείο “Ο Παράδεισος”» (2010). Θα δούμε την αντίστιξη του λόγου με την εικόνα, τη ζωή των τσιγγάνων στη Βουλγαρία, τον μπρουτάλ τρόπο ζωής τους που μπορεί να μας φέρνει γέλια, στην αρχή, κατόπιν όμως καταλαβαίνουμε πόσο κοντά είναι στη φύση, και ας ζούνε στην πόλη.

Μια «βουτιά» στη μουσική είναι καθιερωμένη σε αυτό το Φεστιβάλ. Από αυτό το τμήμα ξεχώρισα την ταινία του Τζόσουα Άτες Λάιτλ «Η δαιμονισμένη δύναμη της χιπ χοπ», εδώ θα βρούμε κάποιες κοινωνιολογικές αναφορές, πέρα από την αφήγηση, σε στιλ ρεπορτάζ, όπως επιχειρούν οι περισσότερες ταινίες αυτού του τμήματος. Αυτό ακριβώς βλέπουμε στην ταινία «Η συμφωνική της Κινσάσα» (2010), των Κλάους Βίσμαν και Μάρτιν Μπερ, η οποία πηγαίνει πιο πέρα: ακολουθά μια γραμμή που μας οδηγεί στην πολιτική και, πιο συγκεκριμένα, στην πολιτική κατάσταση στο Κονγκό. Η ταινία έχει βγει και στη διανομή, στη χώρα μας.

SWEET

Μια ταινία που βλέπει για καλά την πολιτική, το κοινωνικό πεδίο και τη μουσική, σε ένα άγνωστο, για το σκηνοθέτη, χώρο, το «Γλυκό μου καναρίνι» (2011), του Ρόι Σερ. Η ταινία, από ότι ξέρουμε, ψάχνει να βρει διανομή στην Ελλάδα. Το θέμα της ήταν η Τουρκοεβραία τραγουδίστρια, η Ρόζα Εσκενάζι που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη και σταδιοδρόμησε στην Αθήνα, όπου και πέθανε. Ο σκηνοθέτης «πιάνει» πολύ όμορφα το χώρο του ρεμπέτικου, τις πολιτικές προεκτάσεις του, τα κοινωνικό περιθώριο που ήταν οι ρεμπέτες και το τι σημαίνει για εμάς το ρεμπέτικο σήμερα, όπως και για κάποιους ξένους που επηρεάζονται από αυτό. Η ταινία ακολουθεί την κλασική αφήγηση, όμως με το μοντάζ δομεί ένα γοητευτικό σύμπαν που σε συναρπάζει. Η ταινία αυτή άνοιξε το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Δε φεύγουμε από την πολιτική. Μένουμε σε αυτό το πεδίο και βλέπουμε δύο διαφορετικές χώρες, δύο διαφορετικές αντιλήψεις. Στην ταινία «Ματωμένα κινητά» (2010), ο Φρανκ Πιασέτσκι Πόλσεν βάζει ένα άγνωστο θέμα στο τραπέζι της συζήτησης. Την υπερεκμετάλλευση που γίνεται στα ορυχεία του Κονγκό για να βγει η πρώτη ύλη από την οποία φτιάχνεται το κινητό τηλέφωνο. Οι εταιρείες κατασκευής καταπιέζουν τους εργάτες, τους αναγκάζουν να δουλεύουν υπό απάνθρωπες συνθήκες. Η ταινία βάζει το θέμα και μας προκαλεί για συζήτηση επί αυτού. Η πολιτική και οι φυλετικές έχθρες είναι το θέμα της ταινίας της Ρεμόντ Προβενσέ. «Η Γκρέις, η Μίλυ, η Λούσυ… παιδιά στρατιώτες» (2010) είναι η τανία που βάζει στο στόχαστρο αυτή την τακτική που παρατηρείται κυρίως στην Αφρική, να στρατολογούνται μικρά παιδιά που γίνονται στρατιώτες. Πολλά από αυτά σκοτώνονται, λίγα ελευθερώνονται και μπορούν να μιλήσουν για τις εμπειρίες τους. Όμως η ταινία δεν μπαίνει βαθιά μέσα στο θέμα.

Και ερχόμαστε στα δικά μας. Θα τελειώσω αυτό το κείμενο με τις δύο ταινίες που αφορούν στον ελληνικό πολιτικό χώρο. Η πρώτη είναι μικρού μήκους, το «Άβατον» (2010), της Ορσαλίας Δημητρίου, μιλάει για την πλατεία Εξαρχείων και τη γύρω περιοχή. Οι λήψεις είναι ερασιτεχνικές. Δεν ενόχλησε πολύ αυτό όμως. Το σενάριο δεν μπόρεσε να μπει βαθιά στο θέμα, δηλαδή στην αντίθεση της πολιτικής της συλλογικότητας που επικράτησε από τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, το Δεκέμβριο του 2008, και μετά, με την πολιτική των αποκλεισμών των εκάστοτε κυβερνήσεων. Τι, πραγματικά, διεκδικούσαν οι κάτοικοι; Αυτό είναι ένα ερώτημα στο οποίο η ταινία δεν απαντά. Καταλάβαμε όμως ότι επρόκειτο για μια συλλογική ταινία, μόνο που ως δημιουργός εμφανίζεται μόνο ένα άτομο.

Τέλος, ακόμα μια συλλογική ταινία, η οποία και αυτή εμφανίζεται σα δημιουργία δύο ατόμων, είναι ο «Οργισμένος Δεκέμβρης» (2010), της Χρύσας Τζελέπη και του Άκη Κερσανίδη. Χρησιμοποιήθηκαν πλάνα από διάφορους εικονολήπτες, η τελική σύλληψη όμως, το μοντάζ δεν ήταν μια συλλογική εργασία και έτσι η ταινία έχασε το στοίχημα να κάνει πράξη αυτό που ο Δεκέμβρης του 2008 ήθελε: να εκφραστεί επιτέλους μια συλλογική φωνή διαμαρτυρίας. Ήταν ακόμη μια ταινία που έδειξε τα γεγονότα εκείνες τις ημέρες. Δεν ήθελε να πάει πιο πέρα για τη συνέχεια αυτής της ιστορίας που, με αδιόρατες γραμμές, τη βλέπουμε και σήμερα. Οι παρεμβάσεις ήταν μονοδιάστατες, έλειπαν οι άλλες φωνές της Αριστεράς.

Νομίζω ότι έτσι δώσαμε μια γενική εικόνα του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Μειώσαμε τον όγκο των ταινιών μόνο σε αυτές που πιστεύω ότι έδωσαν ένα στίγμα στο τι θα πει ντοκιμαντέρ, ειδικά στην Ελλάδα, στις μέρες μας.

Γιάννης Φραγκούλης (http://greeceactuality.wordpress.com/)

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.