Η Σκύλλα (Scarlet Street) του Φρίτζ Λάνγκ (1945) | αναλυτική παρουσίαση, κριτικές για την ταινία

SCARLET-STREET_POSTER

Η Σκύλλα

Scarlet Street

του Φρίτζ Λάνγκ

με τους Έντουαρντ Τζ. Ρόμπινσον, Τζόαν Μπένετ, Ντάν Ντιούρια  

«Συνέβη μια Νύχτα» (1934) του Φράνκ Κάπρα το Σάββατο 26.11.2016 στις 20.00 με ελεύθερη είσοδο, ανάλυση και συζήτηση στο Σχολείο του Σινεμά

Σούπα Πάπιας (Duck Soup, 1933) με τους αδελφούς Μαρξ την Κυριακή 27.11.2016 στις 20.00 με ελεύθερη είσοδο, ανάλυση και συζήτηση στο Σχολείο του Σινεμά

Υπόθεση:

Ο Κρίστοφερ Κρός (Έντ Ρόμπινσον) είναι ένας ευσυνείδητος ταμίας που εργάζεται επί 25 χρόνια στην ίδια τράπεζα. Είναι όμως ένας μοναχικός άνθρωπος: Με την γυναίκα του Αντέλ δεν υπάρχει καμμία ψυχκή επαφή, μοιάζουν σαν δύο ξένοι. Μοναδική του παρηγοριά είναι η ζωγραφική. Μια βροχερή νύχτα, βλέπει κάποιον να επιτίθεται σε μια γυναίκα (Τζόαν Μπένετ) στην οδό Scarlett. Αφού την σώσει, γνωρίζονται καλύτερα και αναπτύσσεται μια συμπάθεια ανάμεσά τους. Ο Κρίς ερωτεύεται την Κίτι (το όνομα της γυναίκας) και της προσφέρει στέγη στο διαμέρισμα που διατηρεί για τους πίνακές του. Η Κίτι, που αρχικά τον νομίζει για μεγάλο ζωγράφο, του παριστάνει την ερωτευμένη με σκοπό να τον εκμεταλλευθεί, κάτι που καταφέρνει εύκολα. Στη συνέχεια η εκμετάλλευση γίνεται εντονότερη, αφού ο Κρίς μεταβάλλεται σε απόλυτο θύμα της Κίτι και του εραστή της. Αργότερα, όταν θα έρθει η ώρα της πικρής αλήθειας, τα πράγματα θα έχουν πολύ τραγική κατάληξη για όλους

Συνοπτική κριτική (αθηνόραμα, 4/5)

Απειλητικές φωτοσκιάσεις, κλιμακούμενο σασπένς κι έντονα ψυχολογικά διλήμματα από έναν μετρ του γερμανικού εξπρεσιονισμού, ο οποίος διασκευάζει σε ντοστογιεφσκικό φιλμ νουάρ μια ρεαλιστικά σκληρή, ψυχολογικά σκοτεινή ταινία του Ζαν Ρενουάρ του 1931.

scarlet_street-02

Ένα σκοτεινό φιλμ νουάρ από τον Φριτζ Λάνγκ

Μια ταινία που σόκαρε το Χόλυγουντ της εποχής με μια ιστορία για τον αμείλικτο νόμο του πάθους και των ενστίκτων

Ο μεγάλος σκηνοθέτης Φρίτς Λάνγκ προσφέρει την δική του συνδρομή στον μύθο του φίλμ νουάρ. Ο άνδρας θύμα, η γυναίκα αρπακτικό, ο πνιγηρός περίγυρος, τα σκοτεινά πλάνα. Ένα παιχνίδι εκμετάλλευσης και ψεμμάτων που θα οδηγήσει σε τραγωδία. Κανείς δε θα βγεί νικητής απ’ όλα αυτά…

Πρόκειται για μια επιτυχημένη διασκευή του Λάνγκ. Ο πρώτος διδάξας ήταν ο Ζάν Ρενουάρ, που το 1931 γύρισε την ταινία «Η Σκύλα» (La Chienne) με το ίδιο θέμα. Ήταν η πρώτη ταινία του μεγάλου Γάλλου δημιουργού.

Η ταινία βασίζεται στο μυθιστόρημα (και στη συνέχεια θεατρικό έργο) των Georges de La Fouchardière και André Mouézy-Éon.. Ο Φρίτς Λάνγκ αποδεικνύει ότι μπορεί να ελίσσεται εύκολα ανάμεσα στα κινηματογραφικά είδη, ακόμα κι αν είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους.

Φρίτς Λάνγκ (1890 1976)

Από τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες της κινηματογραφικής ιστορίας. Υπήρξε (μαζί με τον Φρίντριχ Βίλχελμ Μούρναου) ο βασικός εκπρόσωπος του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Το Ινστιτούτο Βρετανικού Κινηματογράφου του έδωσε μάλιστα το χαρακτηρισμό «Άρχοντας του Σκότους«. Γεννήθηκε στη Βιέννη, στις 5 Δεκεμβρίου 1890. Μετά το σχολείο, παρακολούθησε για σύντομο διάστημα μαθήματα στην Ανώτερη Τεχνική Σχολή της Βιέννης, ενώ αργότερα άρχισε να παίρνει μαθήματα ζωγραφικής. Στο διάστημα μεταξύ 1910 και 1914 ταξίδεψε στην Ευρώπη και, όπως ο ίδιος ισχυρίζονταν, στην Ασία και τη Βόρεια Αφρική. Με το ξέσπασμα του ΑΠαγκοσμίου Πολέμου, επιστρέφει στη Βιέννη και κατατάσσεται στο στρατό. Τον Ιούνιο του 1916 τραυματίζεται σοβαρά και καθώς αναρρώνει γράφει μερικά σενάρια για ταινίες. Το 1918 επιστρέφει στη Βιέννη με νευρικές διαταραχές από τους βομβαρδισμούς και για σύντομο διάστημα δουλεύει ως ηθοποιός, προτού δεχθεί τη δουλειά του σεναριογράφου στην εταιρεία παραγωγής Decla του Έριχ Πόμερ στο Βερολίνο. Εκεί, εργάστηκε για λίγο ως σεναριογράφος αλλά γρήγορα στράφηκε στη σκηνοθεσία συνεργαζόμενος με εταιρείες όπως η UFA και η Nero-Film. Στις αρχές της δεκαετίας του 20 γνώρισε και λίγο αργότερα παντρεύτηκε την συγγραφέα και ηθοποιό Τία Φον Χάμπου, μαζί με την οποία έγραψε τα σενάρια των διασημοτέρων ταινιών του. Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του σκηνοθέτη Λάνγκ ήταν το «Δρ Μαμπούζεο παίκτης» (1922). Την δεκαετία του 20 γύρισε τα μεγαλύτερά του αριστουργήματα, όπως «Οι ιππότες της ομίχλης» (1924), «Metropolis» (1927), «ΜΟ δράκος του Ντίσελτορφ» (1931). Το 1933 και αφού είχε μόλις ολοκληρώσει την «Διαθήκη του Δρ Μαμπούζε» αποφασίζει να φύγει από τη Γερμανία λόγω της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία, χωρίζοντας με την ναζίστρια γυναίκα του. Μετά από μια σύντομη στάση στο Παρίσι, πήγε στις Η.Π.Α. όπου αμέσως αρχίζει να γυρίζει ταινίες για την MGM. Ανάμεσα στις πολλές ταινίες της αμερικανικής περιόδου του ξεχωρίζουν κάποια εξαιρετικά film noir (Τα ίχνη ήταν ψεύτικα, Ενώ η πόλις κοιμάται, Skarlet Street, H γυναίκα της βιτρίνας, κ.α.). Στα τέλη των 50 επέστρεψε στη Γερμανία για να γυρίσει μια τριλογία με θέμα την εξωτική Ινδία. Γύρισε την «Τίγρη της Βεγγάλης» και τον «Τάφο του Ινδού», αλλά η εμπορική αποτυχία τον ανάγκασε να σταματήσει. Το 1960 γύρισε την τελευταία του ταινία (Ο δολοφόνος με τα 1000 μάτια). Το 1963 έπαιξε τον εαυτό του στην «Περιφρόνηση» του Γκοντάρ. Πέθανε το 1976 στο Λος Άντζελες. Είχε τη φήμη τελειομανούς και δύσκολου χαρακτήρα, που ταλαιπωρούσε τους ηθοποιούς του.

Επιλεγμένη Φιλμογραφία

Die Spinnen 1 Der goldene see (1919) Die Spinnen 2 Das Brillantenschiff (1920) Das wandernde bild (1920) Η μοίρα (1921) Δρ Μαμπούζε, ο παίκτης (1922) Οι ιππότες της ομίχλης (1924) Νιμπελούργκεν (1924)

Metropolis (1927) Οι κατάσκοποι (1928) Ο δράκος του Ντίσελντορφ (Μ) (1931)

Η διαθήκη του Δρος Μαμπούζε (1933)

Λίλιουμ (1934) Nέμεσις (Fury) (1936) Έχω δικαίωμα να ζήσω (1937)

Η επιστροφή του εκδικητή (1940)

Και οι δήμιοι πεθαίνουν (1943) Αγάπη στη σκιά του φόβου (1944)

Η γυναίκα της βιτρίνας (1944)

Scarlet Street (1945) Το μυστικό του 7ου δωματίου (1947) Σύγκρουση εραστών (1952) Η γαλάζια γαρδένια (1953)

The big heat (1953) Το ανθρώπινο κτήνος (1954) Ενώ η πόλη κοιμάται (1956)

Τα ίχνη ήταν ψεύτικα (1956)

Η τίγρη της Βεγγάλης (1959)

Ο τάφος του Ινδού (1959)

Ο δολοφόνος με τα 1000 μάτια (1960)

Scarlet Street Ο «νουάρ» Λάνγκ

Του Steve Eifert

To Scarlet Street είναι από τα πιο αγαπημένα φίλμ των φίλων του Φρίτς Λάνγκ. Είναι μια εξαιρετική διασκευή της ταινίας «Η Σκύλα», Που ο Ζάν Ρενουάρ είχε γυρίσει το 1931. Στην πραγματικότητα η ταινία μιλά για την τραγικότητα μιας ύπαρξης, του ταμία μιας τράπεζας στη δεκαετία του 30, που η μοίρα τον κάνει πρώτα καταχραστή και μετά φονιά.

Ο σημαντικός ηθοποιός Έντουαρντ Τζ.Ρόμπινσον ερμηνεύει εξαιρετικά τον χαρακτήρα του πιεσμένου ανθρώπου που αναζητά την αγάπη.

Σε αυτή την ιστορία δεν υπάρχουν καλοί άνθρωποι. Το αφεντικό του Κρίς στην τράπεζα, η σύζυγος που τον έχει «ευνουχίσει», αλλά και το σατανικό ζευγάρι που θα τον οδηγήσει στην καταστροφή. Πολλοί κριτικοί θεωρούν ότι το « Scarlet Street » είναι μια περίπου ίδια ιστορία με την «Γυναίκα της βιτρίνας», την αμέσως προηγούμενη ταινία του Λάνγκ. Δεν θα συμφωνήσω σε αυτό. Οι πρωταγωνιστές σε αυτή την περίπτωση έχουν μια τραγικότητα: ο Κρίς αναγκάζεται να παντρευτεί μια γυναίκα που δεν αγαπά, απλώς για να μην μείνει μόνος. Σε κάποια σκηνή της ταινίας θα πεί στην γυναίκα του «δεν έχω δεί στη ζωή μου μια γυμνή γυναίκα», δίδοντάς μας έναν εύστοχο υπαινιγμό για την πραγματική κατάσταση της σχέσης τους. Άδεια του ζωή προσπαθεί να καλύψει με τα όνειρά του. Ένα από αυτά είναι η ζωγραφική: ζωγραφίζει συνεχώς και ονειρεύεται η ζωγραφική του να τύχει κάποτε ευρύτερης αποδοχής. Επίσης ονειρεύεται να τον ερωτευθεί πραγματικά μια γυναίκα. Η ιδέα που έχει για τον έρωτα και την τέχνη είναι εγωιστική. Μέσα από την τέχνη, ο Κρις επιδιώκει να συναντήσει τον έρωτα. Και αφού η γυναίκα του αδιαφορεί για τους πίνακές του, ελπίζει να το κάνει κάποια άλλη. Γράφει ο Σπένσερ Σέλμπι στο βιβλίο του «Dark city: The Film Noir»: «Η ιδέα των μεγάλων προσδοκιών, όπως οικοδομούνται στο Scarlet Street, συνδέονται στενά με την ιδέα της τέχνης. Η τέχνη είναι για την Κίτι και τον Τζόνι το μέσον για να γίνουν πλούσιοι. Για τον Κρίς είναι το μέσον για έναν παραμυθένιο έρωτα. Έχουμε λοιπόν εδώ μια άμεση σύνδεση των δύο εννοιών: στο μυαλό του Κρίς, η αγάπη του για την ζωγραφική είναι άμεσα συνδεδεμένη με την αγάπη του για την Κίτι. Αντίθετα ο Τζόνι αγαπά μόνο τα χρήματα. Η τέχνη είναι ο βατήρας και για τους δύο ώστε να πετύχουν αυτό που θέλουν». Η τέχνη λοιπόν είναι για τον Τζόνι χρήματα και για τον Κρίς ρομαντικός έρωτας. Όμως οδηγούνται και οι δύο στην καταστροφή. Ας δούμε λίγο και τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών: Ο Ρόμπινσον είναι έξοχος, η ερμηνεία του είναι διττή. Αθώο θύμα εκ πρώτης όψεως, άγριο θηρίο όμως στο βάθος. Δεν θα διστάσει να σκοτώσει και να «σκοτώσει» ξανά λέγοντας ψέμματα. Οι τύψεις του στο τέλος είναι για το πόσο ανόητος ήταν και όχι για το θάνατο δύο ανθρώπων. Ο Ρόμπινσον παίζει φυσικά, ακόμα και όταν παλεύει, αλλά και όταν σκοτώνει. Πείθει απόλυτα και καλύπτει άριστα τον χαρακτήρα που υποδύεται. Η Τζόαν Μπένετ είναι η γυναίκα αράχνη, αλλά πολλές φορές στην ταινία ο θεατής αναρωτιέται τι σκέπτεται πραγματικά. Αποδίδει αρκετά καλά τον ρόλο της, σε αυτό βέβαια βοηθά πολύ και η φυσική της ομορφιά, ιδιαίτερα οι εξαίσιες γάμπες της. Η σκηνή που ζητά από τον Ρόμπινσον να της φορέσει το καλσόν είναι από τις πιο ερωτικές σκηνές σε ταινία του Φρίτς Λάνγκ. Άλλοτε ο θεατής αναρωτιέται τι είναι αυτό που την κάνει να προσκολλάται στον Τζόνι, παρ’ όλη την σκαιά συμπεριφορά του τελευταίου. Άβυσσος η ψυχή της γυναίκας…

Ο Ντάν Ντούρια είναι το κλασσικό κάθαρμα. Δεν δυσκολεύεται καθόλου να αποδώσει τον ρόλο του, του ταιριάζει γάντι. Η φυσική του παρουσία θα ήταν αρκετή για να τον αντιπαθήσει το κοινό. Ας προσέξουμε ότι από την πρώτη ως την τελευταία σκηνή της ταινίας ο Τζόνι κατηγορεί συνεχώς την Κίτι για ο,τιδήποτε πάει στραβά.

Ακόμα και όταν ο Κρίς τους βλέπει στο κρεββάτι. Μπορείτε να φανταστείτε κάποιον άλλο να «τραβά» το ρόλο του με αυτόν τον τρόπο;

Φυσικά δεν είναι οι ερμηνείες των ηθοποιών το κύριο χαρακτηριστικό της ταινίας. Ο Λάνγκ με τους συνεργάτες του κάνουν ένα φιλμ δυνατών εικόνων: η κάμερα έχει πολύ νεύρο, ενώ η φωτογραφία του Μίλτον Κρέισνερ δίνει μια αύρα εξπρεσιονισμού στην σκοτεινή ατμόσφαιρα. Τέλος οι διάλογοι είναι νευρώδεις, κάτι απαραίτητο σε μια νουάρ ταινία. Ο Φρίτς Λάνγκ μπορεί να έχει συνδεθεί με το «Metropolis», αλλά η δική μου αγαπημένη ταινία του είναι το « Scarlet Street ».

Έντουαρντ Τζ. Ρόμπινσον (1893 1973)

Παρ’ ότι εξαιρετικός ηθοποιός, το παρουσιαστικό του τον αδίκησε. Κοντός και κάπως εύσωμος, διακρίθηκε κυρίως σε ρόλους καρατερίστα. Έτσι είναι το Χόλιγουντ, άδικο. Παρ’ όλα αυτά ερμήνευσε στην καριέρα του αξέχαστους ρόλους, κυρίως ως γκάγκστερ ή αστυνομικός. Γεννήθηκε στο Βουκουρέστι στις 12 Δεκεμβρίου 1893 και ήταν γόνος Εβραίων της Ρουμανίας, οι οποίοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στις Η.Π.Α. λόγω του αντισημιτισμού που επικρατούσε στην χώρα. Μετά τις σπουδές του στο κολλέγιο, ο Ρόμπινσον (το πραγματικό του όνομα ήταν Εμαλουέλ Γκόλτεμπεργκ) πήγε σε δραματική σχολή στη Νέα Υόρκη και το 1915 έπαιξε για πρώτη φορά στο Μπρόντγουεϊ. Από την επόμενη χρονιά άρχισε να εμφανίζεται σε ταινίες. Σε αντίθεση με άλλους ηθοποιούς που η καριέρα τους κατέρρευσε με την εμφάνιση του ομιλούντος κινηματογράφου, με τον Ρόμπινσον συνέβη το αντίθετο. Οι ομιλούσες ταινίες ανέβασαν πολύ το όνομά του. Ιδιαίτερα τις δεκαετίες του 30 και του ΄40 ήταν εξαιρετικά δημοφιλής. Έμεινε στην ιστορία ερμηνεύοντας ρόλους γκάγκστερ (Little Caesar, Key Largo,), ενώ διέπρεψε και στο φιλμ νουάρ παίζοντας χαρακτηριστικούς ρόλους, όπως στην Διπλή Ταυτότητα του Μπίλι Ουάιλντερ και σε ταινίες του Φρίτς Λάνγκ (ο ρόλος του στο Scarlet Street είναι από τους πιο χαρακτηριστικούς) αλλά και του Όρσον Ουέλλς (Ο Ξένος). Παράλληλα με την εξαιρετική καριέρα του ως ηθοποιού, ο Ρόμπινσον υπήρξε και ένθερμος πολέμιος του ναζισμού, χρηματοδοτώντας πολλές αντιναζιστικές οργανώσεις. Ίσως και γι’ αυτό δέχτηκε να παίξει σε αρκετές προπαγανδιστικές ταινίες εναντίον του ναζισμού κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Την δεκαετία του 50 αρνήθηκε να δώσει ονόματα στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών και μπήκε στη «μαύρη λίστα». Λόγω όλων αυτών δυσκολευόταν να βρεί καλούς ρόλους, έτσι άρχισε να εμφανίζεται σε ταινίες δευτεροκλασάτων στούντιο. Η τελευταία του εμφάνιση στο σινεμά ήταν το 1973, στην ταινία Soylent Green, που πραγματεύεται το θέμα της ευθανασίας. Πέθανε λίγες μέρες μετά το τέλος των γυρισμάτων, στις 26 Ιανουαρίου.

Τζόαν Μπένετ (1910 1990)

Γεννήθηκε στο Νιού Τζέρσεϊ, στις 27 Φεβρουαρίου 1910. Όλοι στην οικογένειά της ήταν ηθοποιοί, οπότε και αυτή δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Από πολύ μικρή άρχισε να εμφανίζεται σε ταινίες δίπλα στον πατέρα της, παράλληλα με τις σπουδές της.

Το 1929, σε ηλικία 19 ετών, έπαιξε τον πρώτο της σημαντικό ρόλο στην βιογραφική ταινία «Ντιζραέλι». Κατά την δεκαετία του 30 έπαιξε σε πολλές ταινίες, κινδυνεύοντας να τυποποιηθεί στο ρόλο της «ξανθιάς» (ήταν το φυσικό χρώμα των μαλλιών της). Αργότερα άρχισε να εμφανίζεται σε ταινίες εποχής (Η σιδεράνια μάσκα, Ο γιος του Κόμη Μοντεκρίστο), έχοντας ρόλους μοιραίων γυναικών. Το 1939 ήταν από τις υποψήφιες ηθοποιούς στο κάστινγκ της ταινίας «Όσα παίρνει ο άνεμος» για το ρόλο της Σκάρλετ Ο’Χάρα, αλλά τον ρόλο πήρε τελικά η Βίβιαν Λί. Η Μπένετ ήταν πολύ ωραία γυναίκα, με εκφραστικά μάτια και αισθησιακή φωνή. Έτσι, όταν το είδος του φιλμ νουάρ άρχισε να γίνεται δημοφιλές την δεκαετία του 40, η καριέρα της είχε αξιοσημείωτη άνοδο. Υπήρξε αγαπηένη ηθοποιός του Φρίτς Λάνγκ (πρωταγωνίστησε σε ταινίες του, όπως το «Η γυναίκα της βιτρίνας» το 1944 και το «Scarlet Street» το 1945. Παράλληλα με τις κινηματογραφικές της εμφανίσεις, η Μπένετ έκανε και ραδιοφωνικές παραγωγές για μια εικοσαετία (30-50). Το Δεκέμβριο του 1951 ξέσπασε ένα μεγάλο σκάνδαλο που έβλαψε πολύ την καριέρα της: Ο τότε σύζυγός της Βάλτερ Βάγκνερ, σίγουρος ότι τον απατούσε μα τον ατζέντη της, μετά από παρακολούθηση πυροβόλησε δύο φορές και τραυμάτησε σοβαρά τον ατζέντη (Τζένινγκ Λάνγκ). Ξέσπασε μεγάλο σκάνδαλο που απασχόλησε τον Τύπο για πολύ καιρό, ενώ η Μπένετ λέγεται ότι υπέστη νευρικό κλονισμό που άργησε να ξεπεράσει. Με το Βάγκνερ χώρισαν τελικά το 1965. Τα επόμενα χρόνια οι κινηματογραφικές της εμφανίσεις αραιώσαν σημαντικά, αλλά ήταν αρκετά έντονη η τηλεοπτική της παρουσία. Το 1977 είχε τον ρόλο της Μαντάμ Μπλάνκ στην ταινία τρόμου «Σουσπίρια» του Ιταλού σκηνοθέτη Ντάριο Αρτζέντο. Το 1990, σε ηλικία 80 ετών, υπέστη καρδιακό επεισόδιο και απεβίωσε στο σπίτι της στη Νέα Υόρκη.

scarlet_street

Γράφει ο

Μανώλης Κρανάκης

Η.Π.Α., 1945, Ασπρόμαυρο

Παραγωγή: Φριτζ Λανγκ

Σκηνοθεσία: Φριτζ Λανγκ

Σενάριο: Nτάντλεϊ Νίκολς

Φωτογραφία: Μίλτον Κράσνερ

Μοντάζ: Αρθουρ Χίλτον

Μουσική: Χ.Τζ. Σάλτερ

Πρωταγωνιστούν: Εντουαρντ Τζ. Ρόμπινσον, Τζόαν Μπένετ, Νταν Ντουρία

Διάρκεια: 103 λεπτά

Διανομή: New Star

ΚΡΙΤΙΚΗ 19 SEP 2012

9 Στα 10

Ο Φριτζ Λανγκ διασκευάζει Ζαν Ρενουάρ στην πρώτη αμερικάνικη ταινία όπου το έγκλημα δεν έχει τιμωρία και το νουάρ μπαίνει με εξπρεσιονιστική αποφασιστικότητα στο φιλμ.

Ο Κρίστοφερ Κρός είναι ένας ευσυνείδητος ταμίας που εργάζεται επί 25 χρόνια στην ίδια τράπεζα. Είναι όμως ένας μοναχικός άνθρωπος: Με την γυναίκα του Αντέλ δεν υπάρχει καμία ψυχκή επαφή, μοιάζουν σαν δύο ξένοι. Μοναδική του παρηγοριά είναι η ζωγραφική. Μια βροχερή νύχτα, βλέπει κάποιον να επιτίθεται σε μια γυναίκα στην οδό Σκάρλετ. Αφού την σώσει, γνωρίζονται καλύτερα και αναπτύσσεται μια συμπάθεια ανάμεσά τους. Ο Κρίς ερωτεύεται την Κίτι και της προσφέρει στέγη στο διαμέρισμα που διατηρεί για τους πίνακές του. Η Κίτι, που αρχικά τον νομίζει για μεγάλο ζωγράφο, του παριστάνει την ερωτευμένη με σκοπό να τον εκμεταλλευθεί, κάτι που καταφέρνει εύκολα. Στη συνέχεια η εκμετάλλευση γίνεται εντονότερη, αφού ο Κρίς μεταβάλλεται σε απόλυτο θύμα της Κίτι και του εραστή της. Αργότερα, όταν θα έρθει η ώρα της πικρής αλήθειας, τα πράγματα θα έχουν πολύ τραγική κατάληξη για όλους…

Υπάρχουν φιλμ νουάρ και υπάρχουν και τα φιλμ νουάρ του Φριτζ Λανγκ.

Στα πρώτα το «σκοτάδι» έρχεται από τις σκιές που ρίχνουν τα τεχνητά φώτα πάνω στις πόλεις και τους ανθρώπους, βυθίζοντας αθώους και ενόχους στην κλειστοφοβική δίνη μιας Αμερικής σε ελεύθερη πτώση.

Στα δεύτερα, το «σκοτάδι» έρχεται από την ίδια τη ζωή, από τα μικρά εγκλήματα που καταλήγουν σε τραγωδίες και τα πιο ταπεινά ανθρώπινα ένστικτα που συμπαρασύρουν στο πέρασμα τους κάθε έννοια ηθικής, τάξης ή ασφάλειας.

Ο,τι δηλαδή συμβαίνει στο «Scarlet Street», την κατά τον Φριτζ Λανγκ εκδοχή της «Σκύλας» του Ζαν Ρενουάρ (βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ζορζ ντε Λα Φουσαρντιέρ), όπου οι δύο κεντρικοί ήρωες του βρίσκονται συνένοχοι ο καθένας στο δικό του μικρό έγκλημα. Πριν αφεθούν ολοκληρωτικά στη δίνη μιας πτώσης που όχι μόνο δεν έχει γυρισμό, αλλά είναι νομοτελειακά υπολογισμένο πως θα σταματήσει μόνο όταν συγκρουστεί μετωπικά με το πεπρωμένο.

Μακριά από την πιο πιο σατιρική εκδοχή του Ρενουάρ, ο Λανγκ κλείνει την ιστορία της δαιμονικής femme fatale που θα εκμεταλλευτεί έναν αθώο υπάλληλο τραπέζης, μέσα σε ένα κλειστοφοβικό αρχιτεκτονικό οικοδόμημα που δεν αναφέρεται μόνο στα σκοτεινά ομιχλώδη στενά της μεταπολεμικής Αμερικής.

Με κεντρικό σκηνικό ένα αμαρτωλό ατελιέ σημάδι και σημαινόμενο μιας νέας εποχής για την ηθική και την Τέχνη ο Λανγκ παρακολουθεί την πτώση των ηρώων του, ξεκινώντας ήδη από την πρώτη συνάντηση του Εντουαρντ Τζ. Ρόμπινσον και της Τζόαν Μπένετ ένα κινηματογραφικό παιχνίδι τριών genres.

Το «Scarlet Street» είναι ένα φιλμ νουάρ, ακριβώς στα πρώτα χρόνια που αυτό γεννιόταν, για να καθρεφτίσει τις σκιές μιας τραυματισμένης χώρας. Την ίδια στιγμή είναι και ένα μεγαλειώδες μελόδραμα που αφηγείται ένα τραγικό love story καταδικασμένο να μην αντέξει κάτω από το βάρος ενός ανελέητου κοινωνικού κυνισμού. Δύο κινηματογραφικά είδη που έρχονται να συναντήσουν σε μια και μόνο ταινία και το ψυχολογικό θρίλερ, με ανεβασμένη την ένταση του σασπένς και της αγωνίας.

Περισσότερο όμως ίσως και από οποιαδήποτε στενή κινηματογραφική του ερμηνεία, το «Scarlet Street» είναι ένα ακόμη δείγμα της μεγαλοφυίας του Λανγκ. Ενα συναρπαστικό οικοδόμημα από απλές καθημερινές πράξεις που κάτω από το διεισδυτικό βλέμμά του, αποκτούν τις διαστάσεις μιας σχεδόν κοσμικής παραβολής πάνω στην ανθρώπινη αδυναμία και πως αυτή μπορεί να ανοίξει, ακόμη και με ένα απλό παραπάτημα, τις πύλες της κολάσεως.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λανγκ ταυτίζεται τόσο με τον όχι και τόσο «αθώο» ήρωα του Εντουαρντ Τζ. Ρόμπινσον αλλά και με την μόνο φαινομενικά μονοδιάστατη femme fatale της Τζόαν Μπένετ. Οσο συγκλονιστικός είναι ο Ρόμπινσον καθώς η επιθυμία του τον καταπίνει, οδηγώντας την στην ολοκληρωτική καταστροφή, άλλο τόσο τραγική μοιάζει η φιγούρα της σατανικής Μπένετ (η «Σκύλα» του τίτλου) καθώς από μικροαπατεώνισσα καταλήγει να βρίσκεται πρωταγωνίστρια με διαφορετικές ταυτότητες σε ένα ανεξέλεγχτο φλερτ με το «κακό».

Βάζοντας το δάχτυλο του ακριβώς εκεί όπου δεν θα τολμούσε ίσως κανένας Αμερικάνος σκηνοθέτης εκείνη την εποχή, ο Λανγκ απλώνει το εξπρεσιονιστικό του πέπλο πάνω από το βούρκο μιας κοινωνίας σε οριστική κατάπτωση με μοναδικό σκοπό να φέρει στο φως την πλήρη έλλειψη της όποιας ηθικής. Και φτάνοντας ακόμη πιο βαθιά στην ανθρωπολογική του μέλετη, τολμά, για πρώτη φορά στην ιστορία του αμερικανικού σινεμά, να αφήσει το έγκλημα ατιμώρητο, δικαιώνοντας την εκδίκηση που όμως στο χρονικό σημείο που έχει επέλθει όταν πια όλα έχουν παραδοθεί στο χάοςδεν μπορεί να είναι λυτρωτική ούτε για αυτόν που την διαπράττει.

Ακόμη κι αν δεν είχε λογοκριθεί και δεν είχε προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων για την ηθική του στάση απέναντι στο νόμο και την διάχυτη σεξουαλικότητά του, το «Scarlet Street» θα έμενε στην Ιστορία και μόνο για το γεγονός πως τοποθέτησε, με πρωτόγνωρους για την εποχή του όρους, το νουάρ στο φιλμ, περισσότερο εδώ από το «Τhe Woman in the Window» που με τους ίδιους πρωταγωνιστές και τον ίδιο σκηνοθέτη προηγήθηκε χρονικά κατά ένα χρόνο.

Παραμένοντας ταυτόχρονα μια από τις πιο μελαγχολικές ταινίες πάνω στις μεγάλες προσδοκίες μικρών ανθρώπων. Αυτές που γεννιούνται γνωρίζοντας από την αρχή πως δεν θα ζήσουν για πολύ.

πηγή:flix.gr

scarlet_street-01

Κριτική του Α. Δερμεντζόγλου

«Ο βασικός ήρωας, ο μεσόκοπος λογιστής που έχει πάθος με τη ζωγραφική, εμπλέκεται ανάμεσα σε δύο θεατρίνες. Είναι η μέγαιρα σύζυγός του και μια όμορφη κοπέλα που τη σώζει στο δρόμο από επίθεση: Η τελευταία είναι μέρος μιας σκηνοθεσίας, ενός εσωτερικού θεάτρου- και ο εφιάλτης αρχίζει!

Ριμέικ της ταινίας του Ρενουάρ, η κατά Λανγκ Σκύλα ισορροπεί μεταξύ ενός βαρέος εξπρεσιονισμού και μιας ποιητικής αύρας. Ο Λανγκ περιφρουρεί την ψυχή του ήρωά του σαν να είναι ένα πληγωμένο πουλάκι. Της επιτρέπει να φύγει μέσω του φαντασιακού αλλά και της τέχνης.

Ειδικά για την ταινία έγιναν κάποιοι ζωγραφικοί πίνακες, που αργότερα εκτέθηκαν σε έκθεση. Είναι αξιομνημόνευτο πώς ένα ψυχολογικό, δραματικό νουάρ μπορεί και στοχάζεται τόσο πολύπλοκα πάνω στο αναπαραστατικό κάδρο και κατ’ επέκταση στην τέχνη. Ο στοχασμός προχωρά πάρα πέρα, στη σχέση κίβδηλου- πραγματικού – ζωής- τέχνης.

Η μέγιστη ιδεολογική επίδοση του Λανγκ είναι η άποψή του πως από τον φουκαρά ήρωα, πέραν της ψυχής του, η κοπέλα και ο εραστής της εκμεταλλεύονται την υπεραξία του αναπαραστάσιμου φαντασιακού του. Είναι φανερό πως ο μέγας δημιουργός αναφέρεται στη δική του σχέση με το Χόλιγουντ και την «κλοπή» της κοινωνιολογικής υπεραξίας του.

Είναι επίσης φανερό πως σχολιάζει τον τρόπο που ο καπιταλισμός υπερκοστολογεί τη δημιουργία, όταν την εμπλέκει στις εμπορευματικές διαδικασίες. Έτσι, ακυρώνει την τέχνη και τη μετατρέπει σε τεχνική, έτσι μεταβάλλει το αναπαραστατικό κάδρο σε στείρα ψυχαγωγική μορφή μαζικής κουλτούρας. Το έργο τέχνης αξίζει όσο το κοστολογούν τρίτοι ερήμην του δημιουργού.

Είναι μια σχιζοφρενική κατάσταση, από την οποία διαφεύγειμε φινάλε που θυμίζει αρχαιοελληνική τραγωδίαο ήρωας μέσω της συνειδητής επιλογής της τρέλας. Η εκπληκτική φωτογραφία, η μοναδικότητα του πατριάρχη Ρόμπινσον και η αμείλικτη καθαρή ματιά του Λανγκ μετατρέπουν το φιλμ σ’ ένα σπάνιο γοτθικό κομψοτέχνημα, που θυμίζει την αισθητική του Μ, με μια σπάνια εξπρεσιονιστική αντιληπτικότητα του απολεσθέντος, που πλανάται ως διαφεύγουσα, αόρατη ύλη».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s