Σαμ Μέντες: Ο Θείος Σαμ, της Έλενας Χρηστοπούλου (εφ)

sam_mendes

ΝΕΟ!

[VIDEO] RICHARD III ΡΙΧΑΡΔΟΣ Γ ΚΕΒΙΝ ΣΠΕΪΣΙ- SAM MENDES KEVIN SPACEY ΣΑΜ ΜΕΝΤΕΣ 30 7 2011 ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ ANCIENT THEATER OF EPIDAURUS


Μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής ο Σαμ Μέντες αποδομεί την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση με τις ταινίες του και αντιμετωπίζει σκοτεινά τέρατα με τα θεατρικά του.

Στον Δρόμο της επανάστασης, την τραγική ιστο­ρία της αποσύνθεσης του έρωτα της Έιπριλ (Κέιτ Γουίνσλετ) και του Φρανκ (Λεονάρντο ντι Κάπριο), και την καλύτερη, ως τώρα, ταινία του Σαμ Μέντες, υπάρχει μια υποτιμημένη σεκάνς που σχεδόν περνά απαρατήρητη. Προκειμέ­νου να ανανεώσουν τη σχέση τους και να ξε­φύγουν από τη μπαγιάτικη, συμβιβασμένη ζωή τους στα προ­άστια, το ζευγάρι, σε μια κρίσιμη στιγμή, παίρνει την απόφαση να μετακομίσει στο Παρίσι. Ως δια μαγείας, η υπόσχεση αυτή της αλλαγής διώχνει μακριά την ασφυξία τους, διαλύει τις με­ταξύ τους συγκρούσεις, ανανεώνει την ερωτική τους ζωή και επαναφέρει το χαμόγελο στα πρόσωπα τους. Η σεκάνς ξεκινά με την Έιπριλ να περπατά στο δρόμο, έχοντας μόλις παραλά­βει τα εισιτήρια του πλοίου και τις ταξιδιωτικές επιταγές. Περ­πατά με αυτοπεποίθηση, η έκφραση της μαρτυρά μια ανεπαί­σθητη ευχαρίστηση – χωρίς να γίνεται σαφής, η κυρίαρχη αίσθηση που μεταδίδει είναι ενός ανθρώπου που έχει φτερά στα πόδια. Ταυτόχρονα, ο Φρανκ κάθεται στην κουπαστή μιας σκάλας του μετρό, καθώς κύματα εργαζομένων τον προ­σπερνούν. Εκείνος αγναντεύει, αιωρούμενος πάνω απ’ την κί­νηση που τον περιτριγυρίζει, πανευτυχής μέσα στη γνώση πως σύντομα δε θα είναι ένας απ’ αυτούς – άλλωστε, ποτέ δεν ήταν πραγματικά ένας απ’ αυτούς.

Η ταινία δεν κέρδισε κανένα Όσκαρ (προκαλώντας την οργή της Κέιτ Γουίνσλετ εναντίον των αδελφών Γουάινστιν που της είχαν υποσχεθεί ότι θα προωθούσαν την ταινία του τότε συ­ζύγου της την επόμενη χρονιά, για να μη συγκρουστεί με τα Σφραγισμένα χείλη – τα οποία βέβαια της χάρισαν το Όσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου). Τα δύο αυτά στιγμιότυπα ενδεχομένως να μην καταλήξουν καν στο πάνθεον των καλύτερων κινηματο­γραφικών στιγμών. Αλλά μαρτυρούν κάτι σημαντικό για τον ίδιο τον Σαμ Μέντες.

Πολλοί, είτε καλοπροαίρετα είτε κακοπροαίρετα, παρατη­ρούν ή απορούν για το πώς ένας Βρετανός σκηνοθέτης κάνει ταινίες για την αμερικανική εμπειρία. Η αλήθεια είναι ότι το μόνο που συνδέει τις τόσο διαφορετικές μεταξύ τους ται­νίες του είναι ότι εστιάζουν σε Αμερικα­νούς πρωταγωνιστές. Πρόκειται όμως για μια μάλλον εύκολη ανάγνωση της πολυδιάστατης δουλειάς ενός πολυδιά­στατου ανθρώπου. Όπως ο αγαπημέ­νος του ηθοποιός και πρωταγωνιστής στον Ριχάρδο Γ, Κέβιν Σπέισι, φωτίζει την ανθρώπινη πλευρά «κακών» χαρα­κτήρων, έτσι κι ο Σαμ Μέντες φροντίζει πάντα ν’ αναδεικνύει κάτι γλυκό στους χαρακτήρες των ταινιών του, να τους προσφέρει ένα διάλειμμα που θα τους επιτρέψει να μαλακώσουν, που θα τους κάνει, έστω για λίγο, αγαπητούς και προ­σιτούς μέσα στην προσωρινή ανάταση τους. Κι αυτό, ένα διόλου εύκολο επί­τευγμα, δεν περιορίζεται ούτε σε γεω­γραφικά ούτε σε χρονικά πλαίσια.

Ο Σαμ Μέντες ξεκίνησε μνημειωδώς την καριέρα του, σκηνοθετώντας στα 24 μόλις χρόνια του τη Τζούντι Ντεντς (της οποίας η ερμηνεία δέχτηκε διθυραμβικές κριτικές) στο Βυσσινόκηπο (θέατρο Aldwych, 1989). Ακολούθησε ένα πέρα­σμα από το Shakespeare Theatre Com­pany, και, το 1992, ανέλαβε το Donmar Warehouse, κάνοντας ένα θεαματικό και ριψοκίνδυνο άνοιγμα με το, αποτυχη­μένο στην Αμερική, Assassins. Ένα από τα highlights της θεατρικής του καριέρας αποτελεί η διασκευή -και αναβίωση-του μιούζικαλ Καμπαρέ (1994) με τον Άλαν Κάμινγκ και τη Νατάσα Ρίτσαρντσον, το οποίο πέρασε στο Μπρόντγουεϊ και χά­ρισε και στους δύο πρωταγωνιστές το βραβείο Τόνι, καθώς και το Blue Room (1998), όπου έκανε καρδιές -και όχι

μόνο- να σκιρτήσουν με τη στιγμιαία γυ­μνή εμφάνιση της Νικόλ Κίντμαν (ο ίδιος το έχει παρομοιάσει με το Αλιεν του Ρίντλεϊ Σκοτ, ενώ η Telegraph το περιέ­γραψε ως «γνήσιο θεατρικό βιάγκρα»!). Υποτίθεται πως λόγω της ερμηνείας της αυτής τη διάλεξαν οι Μπαζ Λούρμαν και Στίβεν Ντόλντρι για το Μουλέν Ρουζ και τις Ώρες αντίστοιχα. Ο ίδιος ο Μέντες έχει κερδίσει το βραβείο Λόρενς Ολίβιε για τις παραγωγές Γυάλινος κόσμος και Com­pany ίο 1996, και Η δωδέκατη νύχτα και Ο Θείος Βάνια το 2003..

Με την αυτοπεποίθηση της θεατρι­κής προϋπηρεσίας του, ο Μέντες περνά με φόρα στο σινεμά το 1999 με το, προς μεγάλη έκπληξη του ιδίου, πο­λυβραβευμένο ντεμπούτο του American Beauty, για το οποίο κέρδισε το Όσκαρ σκηνοθεσίας (η ταινία κέρ­δισε άλλα 4 Όσκαρ, ανάμεσα τους και αυτό του σεναρίου και της καλύτερης ταινίας). Κατά πολλούς υπερτιμημένο, σε σχέση ιδίως με τα επόμενα έργα του, το American Beauty αν μη τι άλλο προα­νήγγειλε, όχι τόσο μια κυρίαρχη θεμα­τική που θα διέτρεχε στη συνέχεια το έργο του Βρετανού, αλλά την αδιαμφι­σβήτητη προσέγγιση του: όλοι είμαστε συνήθως τρύπιοι και ενίοτε υποκριτές, αλλά πάντοτε πληγωμένοι. Μια σαφώς όχι και τόσο πρωτότυπη διαπίστωση, η οποία, όμως, μεταφέρεται με μεγάλη δύναμη και προσοχή στην οθόνη – και η επανάληψη της οποίας, κακά τα ψέ­ματα, δεν πλησιάζει ποτέ τον κορεσμό.

Ο Μέντες ξέρει και φροντίζει να συλ­λαμβάνει με το φακό του εκείνη τη στιγμή, τη φευγαλέα ή μη, που το συναί­σθημα θα βρει τη διέξοδο του, θα αποκτήσει υπόσταση και θα τοποθετήσει το χαρακτήρα σ’ ένα στάδιο προ ή εκτός τραύματος – την τόσο αφοπλιστική αυτή στιγμή που γραπώνει το θεατή χωρίς η ίδια/ο ίδιος να το έχει καταλάβει. Από τον αντιπαθέστατο μέσα στη βολεμένη επανάσταση του Λέστερ Μπέρναμ του American Beauty και τον άτεγκτο γκάνγκστερ Μάικλ Σάλιβαν με το γλυκό πα­τρικό ένστικτο στο Δρόμο της απώλειας έως τον πολεμοχαρή Άντονι Σουόφορντ του Jarhead και τον δειλό Φρανκ Γουίλερ του Δρόμου της επανάστασης, ο Μέντες αγαπά τα παιδιά του, κι ας υπάρχουν φο­ρές που θέλει να τα δείρει. Για αυτό άλλωστε τον αγαπούν τόσο οι ηθοποιοί του. Ως αποτέλεσμα, απ’ τη μια, της θεατρικής του εμπειρίας, ο Μέντες τους δίνει χώρο και χρόνο, τους αφήνει και τους προτρέπει να ψάξουν το ρόλο προτού σταθούν μπροστά στις κάμερες. Είναι μάλιστα παροιμιώδης η έκπληξη των χολιγουντιανών ηθοποιών για το πόσο διαρκούν οι πρόβες για ταινία του Σαμ Μέντες – συνήθως λίγες εβδομάδες (ο Ντι Κάπριο είχε παραδεχτεί πως ποτέ δεν είχε ξανακάνει τόση δουλειά εκτός κάμερας για ταινία). Ως επαγγελματική άποψη, απ’ την άλλη, παραμένει πάντα πιστός στο σενάριο και δεν θέλει να μπαίνει ανάμεσα στους ηθοποιούς και το κείμενο ή το κοινό τους.

Ο πνευματώδης σκηνοθέτης πάντως, είναι ακούραστος. Αφότου γύρισε πέρσι το διαφημιστικό του iPhone 4 για λογα­ριασμό της Apple, πρόκειται να περάσει τώρα σε καινούργια κινηματογραφική περιπέτεια με τη σκηνοθεσία του Bond 23, στην οποία ήδη έχει επιβεβαιωθεί η συμμετοχή του Ντανιέλ Κρεγκ (φυσικά), του Ρέιφ Φάινς και του Χαβιέρ Μπαρδέμ.

 

RICHARD III (ΡΙΧΑΡΔΟΣ Γ΄) SAM MENDES- KEVIN SPACEY PHOTOSTORY- η παράσταση μέσα από φωτογραφίες

Kevin Spacey: “το θέατρο χρειάζεται τη βοήθειά μου, όχι οι ταινίες», της Έλενας Χρηστοπούλου (εφ)

 

Συζήτηση με τον Σαμ Μέντες και τον Κέβιν Σπέισι για τον Ριχάρδο Γ΄: εξερευνώντας τη σκοτεινή πλευρά (εφ)

William Shakespeare, Ριχάρδος ο Γ’, The Bridge Project σκην: Σαμ Μέντες, 29-30 Ιουλίου 2011, 21:00, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s