“Ο ΤΡΕΛΟΣ ΠΙΕΡΟ” ΤΟΥ ΖΑΝ ΛΥΚ ΓΚΟΝΤΑΡ ΑΠΟ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 2010 ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ

image

Μια ταινία του JEAN-LUC GODARD

με τους JEAN-PAUL BELMONDO και

ANNA KARINA

ΧΡΥΣΟΣ  ΛΕΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΕΝΕΤΙΑΣ 1965

ΥΠΟΨΗΦΙΟ  ΓΙΑ BAFTA ΚΑΛΥΤΕΡΟΥ ΗΘΟΠΟΙΟΥ 1967

ΒΡΑΒΕΙΟ BFI SUTHERLAND TROPHY 1965

ΕΝΑ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟ  ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΓΟΗΤΕΙΑ

Ο ΤΡΕΛΟΣ ΠΙΕΡΟ

PIERROT LE FOU

ΟΙ  ΤΑΙΝΙΕΣ ΕΙΝΑΙ  ΣΑΝ ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ  ΜΑΧΗΣ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΓΑΠΗ, ΜΙΣΟΣ, ΔΡΑΣΗ, ΒΙΑ, ΘΑΝΑΤΟΣ. ΜΕ ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ

Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ Ο-ΧΑΜΕΝΟΣ-ΤΑ-ΠΑΙΡΝΕΙ-ΟΛΑ

ΤΡΥΦΕΡΟΣ… ΚΑΙ ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ…

ΑΛΗΘΙΝΟΣ… ΚΑΙ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟΣ…

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟΣ… ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΟΣ…

ΒΡΑΔΥΝΟΣ… ΚΑΙ ΠΡΩΙΝΟΣ

ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟΣ… ΚΑΙ ΑΣΥΝΗΘΙΣΤΟΣ…

ΟΜΟΡΦΟΣ ΟΣΟ ΟΛΟΙ

«ΕΝΑ  ΤΕΛΕΙΟ ΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΝΕΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ»

«ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ.»

«Ο GODARD ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΑ.»

«ΠΡΟΣΟΧΗ! ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗ ΔΕΙ ΚΑΝΕΙΣ»

ΑΠΟ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ ΣΤΟΥΣ  ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ

ΣΕ  ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ ΜΕ ΚΑΙΝΟΥΡΙΕΣ ΚΟΠΙΕΣ 35ΜΜ

Ο ΤΡΕΛΟΣ ΠΙΕΡΟ

PIERROT LE FOU

Γαλλία/Ιταλία,1965, Έγχρωμη, 110min

Βασισμένο στο διήγημα του  Lionel White «Obsession»

Σενάριο -Σκηνοθεσία: Jean-Luc Godard

Μουσική: Antoine Duhamel

Διεύθυνση Φωτογραφίας: Raoul Coudart

Παραγωγή: Georges de Beauregard

Μουσική: Antoine Duhamel

Με τους: Jean-Paul Belmondo,Anna Karina, Graziella Galvari, Samuel Fuller,

Aicha Abadir, Henri Attal, Pascal Aubier,  Raymond Devos

«Ένα  πείραμα, μια προσπάθεια να αιχμαλωτίσω στο  σελιλόιντ

την ίδια την ουσία  της ζωής.»

Jean-Luc Godard

«Μετά τα πενήντα, ο Βελάσκεθ δε ζωγράφιζε πια κάτι συγκεκριμένο.

Πλανιόταν γύρω από τα πράγματα με τον αέρα και το λυκόφως,

ξάφνιαζε τη σκιά, τη διαφάνεια, τους χρωματιστούς παλμούς,

που ήταν το κέντρο της σιωπηλής συμφωνίας του.

Έπιανε μόνο τις μυστηριώδεις αλλαγές στον κόσμο,

που αλληλοεπηρεάζονται σε σχήματα και τόνους

σε μια διαδικασία μυστική και αέναη,

που τίποτα δεν μπορεί να διακόψει την πορεία της.

Ο χώρος βασιλεύει».

Εδώ και  μερικά χρόνια, ο  Φερντινάν βρίσκεται εγκλωβισμένος σε έναν γάμο που τον βοήθησε στην κοινωνική του ανέλιξη, αλλά τον έχει βυθίσει στην ανία. Η τυχαία συνάντησή του με τη Μαριάν Ρενουάρ, έναν παλιό του έρωτα, είναι η αφορμή που έψαχνε για να τα τινάξει όλα στον αέρα και να αποδράσει μαζί της προς άγνωστη κατεύθυνση. Αφού σβήσουν τα ίχνη τους και απομονωθούν σαν σύγχρονοι ναυαγοί θα εξασφαλίσουν τα προς το ζην με τα πιο απίθανα κόλπα φτάνοντας μέχρι τον γαλλικό νότο. Εκεί όπου θα γίνει το οριστικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών.

Πειραματισμός, νεωτερισμός και αντισυμβατικές ιδέες εκφράζονται με έντονα χρώματα και φίλτρα, σε μια ταινία την εποχή που στην Ευρώπη και ειδικά στη Γαλλία επικρατεί μια ατμόσφαιρα που μυρίζει μπαρούτι. Το ίδιο εκρηκτικός είναι και ο αυθορμητισμός στον

Τρελό Πιερό, που δεν είναι παρά ένα  περίεργο  road trip χωρίς ουσιαστική – η καλύτερα γεωγραφική- αφετηρία και τέλος. Ένα road trip ιδεών, ερωτημάτων και επίκαιρων σχολιασμών χωρίς να ακολουθούνται φόρμες. Μια ματιά σε αναπάντητα ερωτήματα. Ο υλισμός και ο πολιτισμός, η έλλειψη επικοινωνίας, οι αρχετυπικές ασυμβατότητες των δύο φύλων.

ΔΗΛΩΣΗ  ΤΟΥ ΓΚΟΝΤΑΡ ΓΙΑ  ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΤΟΥ  ΝΑ ΠΑΡΑΒΡΕΘΕΙ

ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΩΝ ΚΑΝΩΝ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

«Εξαιτίας προβλημάτων ‘ελληνικού  τύπου’ δεν μπορώ  να ανταποκριθώ στην πρόσκληση του  Φεστιβάλ.

Με  το Φεστιβάλ θα πήγαινα  ως τον θάνατο, αλλά δεν θα κάνω ούτε ένα βήμα παραπάνω».

ΕΛΛΑΔΑ  ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, ΘΑ ΣΕ ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΜΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ

«Θα έπρεπε να ευχαριστήσουμε την Ελλάδα. Είναι  η Δύση που χρωστάει στην Ελλάδα. Η φιλοσοφία, η δημοκρατία, η  τραγωδία… Πάντα  ξεχνάμε τη σχέση  ανάμεσα στην τραγωδία και τη δημοκρατία. Χωρίς Σοφοκλή  δεν θα υπήρχε Περικλής. Χωρίς τον Περικλή  δεν θα υπήρχε Σοφοκλής. Ο τεχνολογικός κόσμος στον οποίο ζούμε τα χρωστά όλα στην Ελλάδα. Ποιος ανακάλυψε τη λογική; Ο Αριστοτέλης… Όλος ο κόσμος χρωστάει χρήματα σήμερα στην Ελλάδα. Θα μπορούσε να ζητήσει από το σημερινό κόσμο μας χιλιάδες εκατομμύρια για τα πνευματικά της δικαιώματα και θα ήταν λογικό να της τα δώσουμε. Κατηγορούν τους Έλληνες ότι είναι και ψεύτες… Αυτό μου θυμίζει ένα παλιό συλλογισμό στα μαθητικά μου χρόνια. Ο Επαμεινώνδας είναι ψεύτης ή όλοι οι Έλληνες είναι ψεύτες, άρα ο Επαμεινώνδας είναι Έλληνας. Δεν έχουμε προχωρήσει καθόλου από τότε».

Επιστολή  στο 63o Φεστιβάλ των Κανών

Με  τον Τρελό Πιερό  ο Γκοντάρ επισφραγίζει τη μέγιστη συνεισφορά του

στην  έβδομη τέχνη και  στο γαλλικό «νέο κύμα».

Ο ΖΑΝ-ΛΥΚ ΓΚΟΝΤΑΡ  ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΡΕΛΟ  ΠΙΕΡΡΟ

Cahiers: Ποιο είναι το υλικό με το οποίο ξεκινήσατε τον Τρελό Πιερρό;

Γκοντάρ: Ένα μυθιστόρημα στυλ Λολίτα, που αρχικά ήταν να γίνει με τη Συλβί Βαρτάν. Αρνήθηκε. Στη θέση του, έκανα την Ξεχωριστή Συμμορία. Στη συνέχεια προσπάθησα να κάνω την ταινία με την Αννα Καρίνα και τον Ρίτσαρντ Μπάρτον. Όμως ο Μπάρτον χολυγουντοποιήθηκε πολύ. Τελικά η παρουσία της Άννας και του Μπελμοντό άλλαξε τα πάντα. Σκέφτηκα το «Ζεις μόνο μια φορά» του Φριτς Λανγκ. Ήθελα αντί του ζευγαριού της Λολίτα ή της Σκύλας να γυρίσω την ιστορία του τελευταίου ρομαντικού ζευγαριού.

Cahiers: Βλέπουμε πολύ αίμα στον Τρελό Πιερρό.

Γκοντάρ: Δεν είναι αίμα, αλλά κόκκινη μπογιά. Εξάλλου, μου είναι δύσκολο να μιλήσω για την ταινία. Δεν μπορώ να πω ότι δεν το επεξεργάστηκα, αλλά δεν το προ-σκέφτηκα. Όλα ήλθαν μεμιάς: είναι μια ταινία όπου δεν υπάρχει σενάριο, μοντάζ, μιξάζ, όλα έγιναν σε μια μέρα! Από την πρώτη μου ταινία λέω: πρέπει να δουλέψω περισσότερο το σενάριο και κάθε φορά αντιλαμβάνομαι ότι έχω ακόμα μια πιθανότητα για κάποιους αυτοσχεδιασμούς, να δημιουργήσω τα πάντα στο γύρισμα, δηλαδή χωρίς να εφαρμόσω τον κινηματογράφο σε κάποιο πράγμα. Έχω την εντύπωση ότι ο Ντεμύ ή ο Μπρεσόν, όταν γυρνούν μια ταινία, έχουν μια συγκεκριμένη αντίληψη του κόσμου, την οποία κι επιχειρούν να εφαρμόσουν στον κινηματογράφο ή (πράγμα που είναι το ίδιο) μια αντίληψη του κινηματογράφου που εφαρμόζουν στον κόσμο. Ο κινηματογράφος και ο κόσμος γίνεται καλούπι για την ύλη, ενώ στον Τρελό Πιερρό δεν υπάρχουν ούτε καλούπια, ούτε ύλη.

Cahiers: Έχει κανείς την εντύπωση ότι ο Τρελός Πιερρό έγινε σε δυο χρόνους. Σε μια πρώτη φάση, η Καρίνα και ο Μπελμοντό κατέβηκαν στην Κυανή Ακτή, χωρίς τον κινηματογράφο, γιατί ήταν η ζωή τους και φθάνοντας εκεί συνάντησαν έναν σκηνοθέτη, στον οποίο διηγήθηκαν την ιστορία τους. Κι αυτός έκανε να ξαναρχίσουν όλα…

Γκοντάρ: Είναι αλήθεια μέσα σ’ ορισμένα πλαίσια, γιατί όλο το τέλος αυτοσχεδιάστηκε επί τόπου, αντίθετα με την αρχή που ήταν οργανωμένη. Είναι ένα είδος «χάπενιν», αλλά κυριαρχούμενου και κοντρολαρισμένου. Πρόκειται για μια ταινία, που έγινε ασυνείδητα. Δυο μέρες πριν αρχίσουμε ήμουν τελείως ανήσυχος. Δεν είχα τίποτα, απολύτως τίποτα. Μόνο το βιβλίο και ορισμένα ντεκόρ. Ήξερα ότι η δράση θα διεξαγόταν στην ακροθαλασσιά. Όλα γυρίστηκαν όπως στην εποχή του ΜακΣένετ.

Cahiers: Οι ήρωες σας αφήνονται να κατευθυνθούν από τα γεγονότα.

Γκοντάρ: Εγκαταλείπονται στον εαυτό τους, βρίσκονται στο εσωτερικό της περιπέτειας τους και του εαυτού τους. Ο Τρελός Πιερρό είναι περισσότερο μια ταινία πάνω στην περιπέτεια, παρά πάνω στους ανθρώπους της δράσης. Μια ταινία της τελευταίας αυτής κατηγορίας είναι το Far Country (ε.τ. Η διάβαση του διαβόλου) του ‘Αντονυ Μαν, όπου ο θεατής σκέφτεται αμέσως την περιπέτεια εφόσον πρόκειται για ήρωες τυχοδιώκτες· ενώ στον Τρελό Πιερρό σκέφτεται ότι πρόκειται για τυχοδιώκτες, εφόσον περιγράφω μια περιπέτεια. Είναι εξάλλου δύσκολο να ξεχωρίσουμε το ένα από το άλλο. Γνωρίζουμε από το Σαρτρ ότι η ελεύθερη εκλογή που κάνει το άτομο πάνω στον εαυτό του συγχέεται μ’ αυτό που συνήθως ονομάζουμε το πεπρωμένο του.

Cahiers: Πώς εξηγείτε ότι κινηματογραφείτε ορισμένες σκηνές και όχι κάποιες άλλες; Η εκλογή αυτή καθορίζει την ελευθερία που οδηγεί στη συμβατικότητα;

Γκοντάρ: Το πρόβλημα που πάντα μ’ απασχολούσε, αλλά που δε βάζω ποτέ την ώρα του γυρίσματος, είναι: «Γιατί να κάνω αυτό το πλάνο κι όχι ένα άλλο;» Ας πάρουμε μια ιστορία. Ένας ήρωας μπαίνει μέσα σε ένα δωμάτιο — ένα πλάνο. Κάθεται — ένα άλλο πλάνο. Ανάβει τσιγάρο, κλπ. Αν αντί να τον κινηματογραφήσουμε έτσι, κάναμε κάτι διαφορετικό, η ταινία θα ήταν καλύτερη ή όχι;

Τελικά, τι είναι αυτό που μας κάνει  να συνεχίζουμε ένα πλάνο ή να το αλλάζουμε;

Ένας  σκηνοθέτης, ένας τύπος σαν τον  Ντέλμπερτ Μαν δε σκέφτεται βέβαια μ’ αυτόν τον τρόπο. Ακολουθεί  ένα σχήμα. Ο ήρωας μιλά — σαν. Του απαντούν — κοντρ-σαν. Ίσως γι’ αυτό Ο τρελός Πιερρό δεν είναι μια ταινία, αλλά περισσότερο μια σπουδή ταινίας.

Cahiers: Γιατί υπάρχει αυτό τ’ απόσπασμα για το Βελάσκεθ;

Γκοντάρ: Είναι το θέμα. Ο ορισμός της ταινίας. Ο Βελάσκεθ στο τέλος της ζωής του δε ζωγράφιζε πλέον συγκεκριμένα πράγματα, αλλά αυτό που υπήρχε ανάμεσα στα συγκεκριμένα πράγματα. Το ξαναλέει ο Μπελμοντό όταν μιμείται τον Σιμόν: δεν πρέπει να περιγράφουμε τους ανθρώπους, αλλά αυτό που υπάρχει ανάμεσα τους. Πριν 2-3 χρόνια είχα την εντύπωση ότι τα πάντα είχαν γίνει στον κινηματογράφο, ότι δεν έμενε τίποτα να κάνουμε. Γύρισαν το Ιβάν ο Τρομερός, Ο άρτος ημών ο επιούσιος. Μας έλεγαν να κάνουμε ταινίες πάνω στο πλήθος, αλλά το Πλήθος είχε γίνει, γιατί να το ξανακάνουμε; Με λίγα λόγια ήμουν απαισιόδοξος. Μετά τον Τρελό Πιερρό δεν έχω πια την ίδια εντύπωση των πάντων. Ναι. Πρέπει να κινηματογραφήσουμε, να μιλήσουμε για τα πάντα. Όλα μένουν να γίνουν.

Απόσπασμα από  μια συνέντευξη για τον Τρελό  Πιερρό στα Cahiers du Cinema, No 171, Οκτ. 1965. Μετάφραση: Μπάμπης Ακτσόγλου.

Ο Τρελός Πιερό

Με τη δέκατη ταινία του, ο Γκοντάρ επιχειρεί μια «ανακεφαλαίωση» κι έναν απολογισμό τού μέχρι τότε έργου του. Ο Τρελός Πιερό δεν είναι παρά ένα «μικρό λεξικό» της γκονταρικής γλώσσας, των έμμονων ιδεών του και της τεχνικής του. Όλα τα θέματα που τον απασχόλησαν – και που θα τον απασχολήσουν στο μέλλον – , θα τα βρούμε συγκεντρωμένα σ’ αυτή την ταινία: ο έρωτας -συνώνυμο του θανάτου, η τρυφερότητα – συνώνυμο της αδεξιότητας, η ασυνεννοησία — συνώνυμο του πολιτισμού μας, η βλακεία -συνώνυμο της κακίας, η αδιαφορία για τον πλησίον – συνώνυμο της συμβατικής ηθικής. Κοντά σ’ αυτά, θα βρούμε κι εδώ την ιδέα-κλειδί για την κατανόηση ολόκληρης της θεματολογίας του: τη μάταιη αναζήτηση ενός χαμένου παραδείσου μέσα σ’ έναν κόσμο κατοικημένο από ψοφοδεή ανθρωπάκια. Όσο οι άνθρωποι δεν καταφέρουν να συνεννοηθούν απευθείας με τη ματιά, με την αφή, με τα ένστικτα, οι λέξεις θα τους καταδυναστεύσουν πάντα και το ψέμα θα βρίσκει έναν τρόπο να χώνεται ανάμεσα τους. Ο λόγος είναι μια μάσκα που κρύβει την εικόνα, η οποία, αν δεν αντιπροσωπεύει την αλήθεια αυτή καθ’ αυτή, δίνει τουλάχιστον μια σαφή περιγραφή του κόσμου των φαινομένων. «Στις μέρες μας, όπου οι πάντες σκέφτονται βαθιά, το να λες βλακείες είναι ο μόνος τρόπος για να αποδείξεις πως έχεις ελεύθερη και ανεξάρτητη σκέψη», λέει ο Μπορίς Βιαν. Όμως, το να λες βλακείες με την εικόνα για ν’ αποδείξεις την ελευθεροφροσύνη σου, είναι κάτι περισσότερο από δύσκολο.

Ο κινηματογράφος του Γκοντάρ προσφέρει μια καινούργια μέθοδο αντιμετώπισης του κόσμου. Μια μέθοδο οπτική και, συνεπώς, περισσότερο ειλικρινή. Πράγμα που ενοχλεί πολύ ένα επίσημο είδος απατεώνων, τους πανεπιστημιακούς γεροδασκάλους που βάλθηκαν να κατασπαράξουν τον ασεβή Γκοντάρ. Η συνεχής παράθεση αποσπασμάτων του Ελί Φορ, του μεγάλου τεχνοκριτικού, που ήταν η πρώτη επιβεβλημένη προσωπικότητα που αγάπησε ειλικρινά και αργότερα μελέτησε με πάθος τον κινηματογράφο, είναι ένας φόρος τιμής του Γκοντάρ στους τολμηρούς πρωτοπόρους που προτιμούν να χάσουν την ακαδημαϊκή τους επιχορήγηση παρά να πουν ψέματα.

Ο τρελός Πιερό είναι μια ταινία-έρευνα, με την οποία ο Γκοντάρ προσπαθεί να σπάσει την κρούστα των φαινομένων και να πλησιάσει την ουσία. Παράλληλα, είναι μια διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο είναι δυνατόν να ξύσουμε με την κάμερα, τη σκουριά που έχει επικαθίσει στους ακαδημαϊκούς εγκεφάλους. Η πίστη του Γκοντάρ στην τέχνη του είναι πραγματικά συγκινητική.

Βασίλης Ραφαηλίδης– Πρόγραμμα «STUDIO», 1968.

Ζαν-Λυκ  Γκοντάρ

Γεννήθηκε στο Παρίσι το 1930. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια μεταξύ Γαλλίας και Ελβετίας. Το 1949, πηγαίνει στο Παρίσι για να σπουδάσει εθνολογία στη Σορβόννη. Εκεί θα γνωρίσει και θα συναναστραφεί τους Κλοντ Σαμπρόλ, Φρανσουά Τρυφώ, Ερίκ Ρομέρ και Ζακ Ριβέτ, τους κινηματογραφιστές δηλαδή που μετέπειτα θα στελεχώσουν το κίνημα της Nouvelle Vague. Το 1950, μαζί με τους Τρυφώ και Ριβέτ εκδίδει το περιοδικό Gazette du Cinema, γράφει για το σινεμά και παράλληλα παίζει σε ταινίες των Ριβέτ και Ρομέρ. Το 1952 ξεκινά η συνεργασία του με το περιοδικό Cahiers du Cinema του Αντρέ Μπαζέν. Την ίδια χρονιά επιστρέφει στην Γενεύη για να δουλέψει στην κατασκευή του φράγματος του Grande-Dixence. Με τα χρήματα που συγκεντρώνει, θα γυρίσει την πρώτη του μικρού μήκους ταινία, το ντοκιμαντέρ Επιχείρηση Μπετόν (1954). Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’50 θα γυρίσει άλλες τέσσερις ταινίες μικρού μήκους.

Οι ταινίες του Γκοντάρ δεν έχουν θεματικό περιεχόμενο πέρα από τον ίδιο τον κινηματογράφο και τον τρόπο του να χειρίζεται τα πράγματα. Είναι ταινίες έρευνας (Λυμιέρ) με τη μορφή θεάματος (Μελιές) που σαν στόχο έχουν να αποκαλύψουν, όπως χαρακτηριστικά είπε κάποτε και ο ίδιος, «την κρυμμένη πλευρά του παγόβουνου». Έντονα επηρεασμένος από σκηνοθέτες όπως οι Ζαν Ρενουάρ, Νίκολας Ραίυ, Ρομπέρ Μπρεσόν, Ρομπέρτο Ροσελίνι και Ζαν Ρους, ο Γκοντάρ θα προσπαθήσει εξαρχής, σε αντίθεση με τον συνάδελφό του Τρυφώ, να βάλει την προσωπική του ζωή στις ταινίες του αλλά και να δείξει ότι στον κινηματογράφο «όλα επιτρέπονται»: αυτοσχεδιασμός, κάμερα στο χέρι, αυτοαναφορικότητα, δοκιμιογραφικός λόγος, παράθεση λογοτεχνικών και φιλοσοφικών κειμένων. Το σινεμά μετατρέπεται έτσι σε ένα νέο είδος μουσείου, που λειτουργεί ως μια παρακαταθήκη ιστορικών γεγονότων και μαρτυριών.

Μέσα σε αυτό το πνεύμα, το 1960, θα γυρίσει την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, το πρωτοποριακό Με κομμένη την Ανάσα. «Ήθελα να ξεκινήσω από μια ιστορία συμβατική και να ανακατασκευάσω, με διαφορετικό τρόπο, ό,τι είχε γίνει μέχρι τότε στον κινηματογράφο. Ήθελα επίσης να δώσω την εντύπωση ότι τα κινηματογραφικά μέσα ανακαλύπτονταν ή δοκιμάζονταν για πρώτη φορά», θα πει για την ταινία σε μια συνέντευξή του στα Cahiers το 1962. Το Με κομμένη την ανάσα εγκαινιάζει το κίνημα της γαλλικής νουβέλ βαγκ το οποίο, σύμφωνα με τον Γκοντάρ, ορίζεται από «τη θλίψη, τη νοσταλγία για τον κινηματογράφο που έπαψε πια να υπάρχει καθώς και από την καινούρια σχέση μεταξύ μύθου και πραγματικότητας». Ως και το 1965 κινηματογραφεί μεταξύ άλλων, κάποιες από τις σπουδαιότερες ταινίες του:

Ο Μικρός στρατιώτης, Η Περιφρόνηση , Ο  Τρελός Πιερό, Αλφαβίλ.

Ο Γκοντάρ αρχίζει και εκδηλώνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το μέσο της τηλεόρασης («Όλα είναι δυνατά στην τηλεόραση»), πράγμα που φαίνεται καθαρά στις επόμενες ταινίες του. Από το 1966 ως το 1968, κάνει ταινίες έντονα επηρεασμένες από τα πολιτικά γεγονότα της δεκαετίας και τα ρεύματα που γεννήθηκαν από τις ταραχές του Μάη του ’68: Masculin-Feminin(1966), Two or Three Things I Know About Her (1966), La Chinoise, Weekend (1967) και Le Gai Savoir (1968). Χαρακτηριστικό αυτών των ταινιών είναι ότι οι ήρωες «παρελαύνουν» μπροστά από την κάμερα, πάνω ακριβώς στον δρόμο της αποστασιοποίησης που χάραξε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ. Με τα γεγονότα του γαλλικού Μάη τελειώνει η πρώτη περίοδος του έργου του και ξεκινά μια άλλη, ιδεολογικής πια στράτευσης. Με τον Ζαν-Πιερ Γκορέν, ο Γκοντάρ θα φτιάξει την ομάδα Τζίγκα Βερτόφ και θα αποποιηθεί τον τίτλο του δημιουργού και το ρόλο του κινηματογράφου. Μαζί με τον Γκορέν θα κάνουν τις ταινίες-δοκίμια Wind From the East (1969), Vladimir and Rosa (1971), Tout Va Bien (1972) και Letter to Jane (1972). Οι ταινίες αυτές ήταν ριζοσπαστικές ως προς το περιεχόμενο και το ύφος και βασίζονταν στις ιδέες της πάλης των τάξεων και το διαλεκτικό υλισμό.

Το 1971 είχε ένα σοβαρό ατύχημα με μοτοσικλέτα που τον κράτησε αρκετούς μήνες στο νοσοκομείο. Στο Παρίσι θα γνωρίσει την ελβετίδα σκηνοθέτη Αν-Μαρί Μιεβίλ και την επόμενη χρονιά θα φύγουν μαζί για τη Γκρενόμπλ, όπου ο Γκοντάρ θα μεταφέρει το Sonimage video studio. Σταδιακά απομακρύνθηκε από τον στρατευμένο κινηματογράφο της ομάδας Βερτόφ και επέστρεψε σε πιο προσωπικά θέματα.

Γοητευμένος από τα νέα μέσα, αυτός και η Μιεβίλ πειραματίστηκαν με το βίντεο, δουλεύοντας αρκετά με αναθέσεις από τη γαλλική τηλεόραση (Εδώ κι αλλού, 1974• Πώς τα πάτε;, 1976• Έξι φορές δύο, 1976• Γαλλία, γύρος, παρακαμπτήριος, 1979). Μαζί θα κάνουν επίσης το Numero Deux (1975) και το Σώζων εαυτόν σωθήτω του 1980 το οποίο σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας περιόδου στο έργο του και την επιστροφή του στο κλασικό σινεμά. Εγκαθίσταται στο Παρίσι όπου αρχίζει να δουλεύει τη «θεϊκή τριλογία» – Passion (1982), First Name: Carmen (1983) και το Hail Mary (1985) –τρεις πραγματείες πάνω στη γυναικεία φύση, την επιθυμία, τη σεξουαλική διαφορά, και την ίδια την εικόνα.

Ο Γκοντάρ και η Μιεβίλ μεταφέρουν το Sonimage στούντιο στην Rolle, μια μικρή πόλη ανάμεσα στη Γενεύη και τη Λωζάνη της Ελβετίας. Το 1986 ο Γκοντάρ και η Μιεβίλ έκαναν παραγωγή και πρωταγωνίστησαν στο home-movie Soft and Hard (Soft Talk on a Hard Subject Between Two Friends) για το αγγλικό Channel Four. Στη συνέχεια θα κάνουν τις ταινίες Grandeur et Decadence d’un Petit Commerce de Cinema (1986), Soigne ta Droite (1986) και King Lear (1986). Στη δεκαετία του 90 ο Γκοντάρ θα σκηνοθετήσει τα Nouvelle Vague (1990), Germany 90 Nine Zero (1991), Helas pour moi (1993), Forever Mozart (1996) και την οκτάωρη σειρά Histoires du cinema (1997-98). Το 1998 το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης αναθέτει στον Γκοντάρ και τη Μιεβίλ την παραγωγή του σαρανταεπτάλεπτου βίντεο The Old Place (Essai sur le rôle des arts à la fin du 20e siècle / Small Notes Regarding the Arts at Fall of 20th Century). Το 2001 επανέρχεται στη σκηνοθεσία με την Ελεγεία του Έρωτα, ταινία που απέσπασε θετικές κριτικές στο Φεστιβάλ των Κανών και η οποία καταπιάνεται με την ιστορία, τη μνήμη, και τον πολιτισμό. Οι ταινίες του Γκοντάρ άσκησαν τεράστια επιρροή τόσο στον ανεξάρτητο αμερικάνικο κινηματογράφο όσο και σε πλήθος εικαστικών καλλιτεχνών. Το 2006 το Κέντρο Πομπιντού στο Παρίσι διοργάνωσε την έκθεση «Voyages en utopie, Jean-Luc Godard, 1946 –2006’.
(Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης)

Advertisements

One thought on ““Ο ΤΡΕΛΟΣ ΠΙΕΡΟ” ΤΟΥ ΖΑΝ ΛΥΚ ΓΚΟΝΤΑΡ ΑΠΟ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 2010 ΣΤΟΥΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥΣ

  1. Κατατοπιστικότατο για όποιον ψάχνει πληροφορίες για τον Τρελό Πιερό και τον Γκοντάρ γενικότερα!
    Ευχαριστώ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s